Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Ι΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Πετούσαν ασταμάτητα. Ατελείωτα. Για ώρες; Μέρες; Ποιος μπορούσε να ξέρει. Ένα σφύριγμα που έσχιζε τον κατάμαυρο ουρανό μαρτυρούσε μόνο το πέρασμα των φίλων μας πάνω στη ράχη της Πασιφάης.     
     Το σκοτάδι ήταν τόσο απόλυτο που ο μόνος οδηγός τους ήταν η φωτεινή οθόνη της πυξίδας τους, που ο Φοίβος φυλούσε σαν κόρη οφθαλμού μέσα στην παλάμη του. Την κρατούσε σφιχτά κι έδινε οδηγίες στην οδηγό τους. Στόχος τους πια ήταν η γραμμή της οροσειράς για την κορυφή του Μαγικού βουνού.
     Τώρα ο Πόθος είχε κρεμαστεί από τα μαλλιά του Φοίβου και κοιτούσε την οθόνη της πυξίδας.
     «Σταμάτα πια να κρέμεσαι μπροστά στα μάτια μου σαν Παναγίτσα απ’ τον καθρέφτη αυτοκινήτου. Με ζάλισες έτσι που πηγαινοέρχεσαι σαν εκκρεμές».
     «Καλά πώς καταλαβαίνεις τι λέει αυτό το πράγμα;», αγνόησε την παρατήρησή του ο Πόθος.
     «Όλο βέλη, βελάκια. Σανσκριτική γραφή».
     Ο Φοίβος σηκώνοντας το βλέμμα του τον κοίταξε άγρια και συνέχισε να μελετά την πυξίδα.
     «Ουφ, έσκασα πια. Κι αυτή η μαυρίλα. Νομίζεις πως αν απλώσεις το χέρι σου θα πιάσεις το σκοτάδι. Είναι παχύρευστο», γκρίνιαξε ο Πόθος.
     Ο Φοίβος ξεφύσηξε στην προσπάθειά του να διώξει τον Πόθο από το οπτικό του πεδίο και να μελετήσει την πυξίδα με την ησυχία του.
     «Τι ξεφυσάς μωρέ σαν ατμομηχανή; Θα με ρίξεις κάτω!», διαμαρτυρήθηκε ο λιλιπούτειος φίλος μας μα για καλό και για κακό σκαρφάλωσε πάνω στο κεφάλι του Φοίβου και πιάστηκε γερά από τα σγουρά μαλλιά του συνεχίζοντας να ρίχνει κλεφτές ματιές.
     «Λίγο δεξιότερα», έσκυψε πάνω από τ’ αυτί της Πασιφάης. «Είμαστε πολύ κοντά», έκανε ο Φοίβος χωρίς ν’ αφήνει την  πυξίδα από τα μάτια του.
     «Πες μου ένα τραγούδι, απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, και θα μ’ έχεις  βρει», διάβασε στην οθόνη της πυξίδας.
     «Πες μου ένα τραγούδι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη…», διάβαζε και ξαναδιάβαζε.
     «Πες μου ένα τραγούδι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη και θα μ’ έχεις βρει!!!», φώναξε ανυπόμονα.
     «Τι θέλει; Να τραγουδήσουμε ένα τραγούδι, κι έπειτα να το ξανατραγουδήσουμε απ’ το τέλος προς την αρχή;», σήκωσε τα μάτια του στον Πόθο.
     Εκείνος σήκωσε τους ώμους του.
     «Τώρα μας ρωτάει ο κύριος Φοίβος! Μάλιστα! Τώρα θέλει τη γνώμη μας! Χμμ! Εγώ δεν ξαναμιλάω. Είμαι ο κομπάρσος της ταινίας», έστρεψε πεισματάρικα το κεφάλι του ο Πόθος.
     Κι όπως καθόταν επάνω στον πισινό του με διπλωμένα τα γόνατα και τα χέρια τυλιγμένα γύρω τους, έδωσε μια και στράφηκε προς τα πίσω.
     «Ας δοκιμάσουμε», ακούστηκε ήρεμη η φωνή της Πασιφάης.
     Ο Φοίβος πήρε μια ανάσα και την κράτησε. Μετά άρχισε να τραγουδά ότι του’ ρθε πιο γρήγορα στη μνήμη του. Ένα τραγούδι που είχε μάθει στο σχολείο.
     «Τυφλός βελόνα γύρευε, ολά ολά
       μέσα σε μια αχυρώνα βατσιτσέλο, βατσιτσό.
       Και ο κουφός του έλεγε ολά ολά,
       την άκουσα που εβρόντα, βατσιτέλο, βατσιτσό».
      «Ως εδώ!», ξέσπασε ο Πόθος. «Τι ανακρίβειες είναι τούτες; Από ενημέρωση παιδί μου είσαι σκέτος κίτρινος τύπος. Άκου την άκουσε ο κουφός που εβρόντα».
     Μα ο Φοίβος δεν σταμάτησε. Άρχισε να τραγουδά το τραγούδι από το τέλος, υψώνοντας τη φωνή του και σφραγίζοντας με τις παλάμες του τ’ αυτιά του, για να μην τον μπερδεύουν οι φωνές του Πόθου.
     «Βατσιτσό, βατσιτσέλο, εβρόντα που άκουσα την,
      ολά, ολά, έλεγε του κουφός ο και,
      βατσιτσό, βατσιτσέλο, αχυρώνα μια σε μέσα,
      ολά ολά, γύρευε βελόνα τυφλός», ολοκλήρωσε μ’ όση δύναμη φωνής είχε.
     «Να πάρει», ξέσπασε οργισμένος. «Απομακρυνθήκαμε», τίναξε το χέρι του και το χτύπησε νευριασμένα στο πόδι του. Στην οθόνη διάβασε:
     «Όταν τραγούδι θα σκεφτείς
      κι ανάποδα θα μου το πεις
      τότε κοντά μου θε να ‘ρθεις.
Μα τι θέλει τέλος πάντων;».
     Η Πασιφάη κούνησε το κεφάλι της σε μια κίνηση εκνευρισμού.
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε στο κεφάλι της. Πιάστηκε γερά από το αριστερό αυτί της κι άρχισε να τραγουδά.
     «Ένα δύο τρία,
      πήγα στην κυρία»,
   ξεφώνιζε με την πιο παράφωνη φωνή που ακούστηκε ποτέ. Ο Φοίβος σήκωσε το βλέμμα του ψηλά, σ’ ένα μορφασμό αποδοκιμασίας.
     «Μου ‘δωσε έναν πράσο
      κόντεψα να κλάσω».
     «Δες τώρα κύριε πολύξερε», έδωσε μια και βρέθηκα να αιωρείται μπροστά απ’ τα μάτια του Φοίβου με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω.
     «Ένα δύο τρία, πήγα στην κυρία, μου ‘δωσε έναν πράσο, κόντεψα να κλάσω».
     «Το ‘χεις χάσει εντελώς καημένε. Δε σε παρεξηγώ», κούνησε το κεφάλι του ο Φοίβος, μα η επόμενη λέξη πάγωσε στα χείλη του. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην πυξίδα που πετούσε πράσινες αστραπές.  Έμεινε για λίγο αμίλητος.
     «Φτάσατε στον προορισμό σας.. Πετάτε πάνω από την οροσειρά. Μια από τις κορυφές είναι η δική μου», διάβασε δυνατά.
     «Χμ», έκανε με ικανοποίηση ο Πόθος και βρέθηκε πάλι πάνω στο κεφάλι του Φοίβου. Κάθισε τεντώνοντας με αξιοπρέπεια το μικροσκοπικό κορμί του.
     «Πετάμε πάνω από μια οροσειρά. Η μια κορυφή μετά την άλλη», παρατήρησε η Πασιφάη που είχε χαμηλώσει το κεφάλι της και είχε κλείσει τα μάτια της σε δυο λεπτές σαν του φιδιού σχισμές, στην προσπάθειά της να διακρίνει κάτι.
     «Κορυφές ολόιδιες μεταξύ τους. Πώς θα την ξεχωρίσουμε;».
     «Ας χαμηλώσουμε λίγο», πρότεινε ο Φοίβος κι αγκαλιάζοντας τον λαιμό της Πασιφάης έγειρε στο πλάι προσπαθώντας να διακρίνει. Δεν ήταν σίγουρος αν έβλεπε κάτι και τι.
    «Τις βλέπεις τις κορυφές. Η μία ίδια κι απαράλλαχτη με την άλλη. Κι άλλη, κι άλλη…», μονολογούσε η Πασιφάη.
     «Δε βλέπω τίποτα. Χαμήλωσε λίγο ακόμη», και κρεμάστηκε από πάνω της.
      «Λίγο ακόμη».
     Η Πασιφάη έχανε ύψος αργά αργά ώσπου μ’ ένα τρομερό τράνταγμα βρέθηκαν φύρδην μύγδην πεταμένοι στο χώμα ο ένας επάνω στον άλλο.
     Δεν πρόλαβαν ούτε μία κραυγή πόνου να βγάλουν, ούτε να τρίψουν τα πονεμένα μέλη τους. Το έδαφος κάτω τους άρχισε να κουνιέται σαν το ζυμάρι που πλάθεται κι ένας μπάσος βρυχηθμός που ξεβράστηκε από τα έγκατα της γης, τους πάγωσε το αίμα.
     «Στραβάδια. Βλέπετε που πατάτε βρε!!!».
     Στη φράση αυτή το βουνό κουνήθηκε και ξανακουνήθηκε για να κυλήσουν ο ένας πάνω στον άλλον. Ο Πόθος τρύπωσε στην ασφάλεια του ζεστού κορμιού του Φοίβου, ενώ εκείνος προσπαθούσε να κρατηθεί από το έδαφος για να σταματήσει να κυλά δεξιά κι αριστερά.
     «Ώστε ήρθατε για το κλειδί;, γκουχ, γκουχ», ξέσπασε το βουνό σ’ έναν βροντερό βήχα που τους πετούσε ψηλά στον αέρα για να ξαναπέσουν κάτω λες και βρίσκονταν  σε τραμπολίνο.
     «Αγκχ, γκουχ κχχχ….», προσπάθησε να καθαρίσει το λαιμό του. «Με το συμπάθιο. Αλλά έχω να μιλήσω πάνω από 350 χρόνια.  Έκλεισε η φωνή μου. Έχω και μια φαρυγγίτιδα που με παιδεύει. Ουγκχχ, γκχχ, γκουχ», συνέχισε να βήχει και να τους τινάζει πάνω κάτω σα χταπόδια. Όταν σταμάτησε ο Φοίβος σωριάστηκε κάτω αποκαμωμένος κρατώντας το μέτωπό μέσα στα δυο χέρια. Του πονούσε το κεφάλι.
      «Κχχχ, κχχχ», καθάρισε μια τελευταία φορά το λαιμό του. «Ώστε τα καταφέρατε τελικά. Κοίτα να δεις την πιτσιρικαρία. Δεν το περίμενα. Με ξαφνιάσατε. Λοιπόν τώρα θα θέλετε το κλειδί, έ;».
     Να σου και πάλι από την αρχή άρχισε να συσπάται, να τεντώνεται, να μαζεύεται και ξάφνου στο πιο ψηλό σημείο του άνοιξε μια τρύπα, ίδια κρατήρας ηφαιστείου. Από μέσα της ξεχύθηκε ένα αμυδρό γαλανό φως και μια γλυκιά θέρμη αγκάλιασε τα μέλη τους.
          «Χμ, το κλειδί», ακουγόταν η φωνή του να βγαίνει υπόκωφα από το βάθος.  «Κάπου εδώ είναι, κάτσε να δεις…».
     Από την τρύπα άρχισαν εκτοξεύονται διάφορα. Πέτρες, χώματα, ένα κρανίο ζώου. Ο Φοίβος κι η Πασιφάη γούρλωσαν τα μάτια τους.
     «Μα είμαι σίγουρος πως το είχα δει κάπου εδώ. Δεν θα ‘ναι ούτε 120 χρόνια.», κι ένα πήλινο πιθάρι εκτοξεύτηκε και αφού πέρασε ξυστά από τα’ αυτί της Πασιφάης, προσγειώθηκε πίσω της, σπάζοντας σε μύρια κομμάτια. Η Πασιφάη πετάχτηκε αγριεμένη προς τα πλάγια βγάζοντας έναν πνιχτό ήχο.
     Ο Φοίβος έσπευσε να ψάξει μέσα στα σπασμένα κομμάτια του πιθαριού, ενώ ο Πόθος φτεροκοπούσε κοντά στον κρατήρα. Κρατούσε πάντως μια απόσταση ασφαλείας, για να παρακολουθεί τα αντικείμενα που εκτοξεύονταν. Στη σειρά εκσφενδονίστηκαν ένα τσίγκινο ποτιστήρι, μια γκαζόλαμπα , που το γυαλί της έσπασε με θόρυβο πέφτοντας κάτω και μια ξύλινη κουτάλα. Ο Πόθος στριφογυρνούσε τρελά στον αέρα προσπαθώντας να τα αποφύγει.
     «Καλά μπάρμπα, από νοικοκυριό σκίζεις», φώναξε δυνατά.
     Ένα δυνατό ξεφύσημα εκσφενδόνισε σκόνη και χώματα. Ο Πόθος άσπρος από την κορφή ως τα νύχια από την σκόνη που τον έλουσε, άρχισε να φταρνίζεται. Με τα δάχτυλά του προσπάθησε να καθαρίσει τα μάτια του, κι έπειτα άρχισε να τινάζεται.
     «Κι από καθαριότητα δεν πας καλύτερα!», ξεφώνισε θυμωμένος μα για καλό και για κακό απομακρύνθηκε.
     Ένας βρυχηθμός και η πλάση σείστηκε λες και γινόταν σεισμός. Μέσα από τον κρατήρα ακουγόταν ένας θόρυβος λες και σιγόβραζαν τα σωθικά του βουνού. Ο Φοίβος στάθηκε επιφυλακτικά δίπλα στην Πασιφάη κι ο Πόθος αστραπιαία τρύπωσε στον πυκνό θάμνο των μαλλιών του.
     Το ξέσπασμα με μια έκρηξη ήρθε για να του λούσει με πολύχρωμες αχτίδες φωτός, ίδιες με πυροτεχνήματα. Κόκκινες, κίτρινες, μπλε. Μια θριαμβευτική κραυγή τους τίναξε ως επάνω.
     «Χμ! Δεν είμαι νοικοκύρης λέει. Δεν είμαι καθαρός! Χα!».
      Ένα βάζο πετάχτηκε κουδουνίζοντας έξω και προσγειώθηκε μπρος τα πόδια τους. Ο Φοίβος έσκυψε και το σήκωσε. Έπιασε με τα δυο του χέρια το καπάκι να το ξεβιδώσει.
     «Αλλά έτσι είναι η νεολαία σήμερα», συνέχισε θριαμβευτικά η φωνή.
     «Αγενείς! Ασεβείς!».
     Ο Φοίβος προσπαθούσε ακόμη, μα το καπάκι, σφιχτά βιδωμένο, δεν έλεγε ν’ ανοίξει.
     «Και θρασύτατοι! Εμείς στα χρόνια σας, ούτε τα μάτια μας δεν τολμούσαμε να σηκώσουμε μπροστά σε μεγαλυτέρους μας!».
     Ο Φοίβος είχε σφίξει το βάζο ανάμεσα στα πόδια του και προσπαθούσε ακόμη να το ανοίξει.
     «Μάλιστα κύριοι! Υπήρχε σεβασμός τότε…!».
     Μπαμ! Το βάζο που έσπαζε κάτω τον έκοψε στη μέση.
     Ο Φοίβος έσκυψε και πήρε ένα μεγάλο κλειδί που κείτονταν ανάμεσα σε σπασμένα γυαλιά. Κολλούσε ολόκληρο.
     «Τι στο καλό; Τι έχει επάνω του;».
     «Ε, χμ…, ναι, μέλι. Το χρησιμοποίησα για να φτάσω το μέλι στον πάτο του βάζου. Δεν μπορούσα να το φάω αλλιώς».
     Ο Πόθος άρχισε να χασκογελάει κι ο Φοίβος τον σκούντησε απαλά ενώ  σκούπιζε το κλειδί από το παντελόνι του.
     «Άντε καλό ταξίδι. Με κουράσατε πια. Αααχχχ! Θα πέσω να κοιμηθώ για καμιά πενηνταριά χρόνια τώρα!».
     Το βουνό άρχισε να κινείται αργά προς όλες τις κατευθύνσεις
ώσπου η τρύπα του κρατήρα έκλεισε. Ακούστηκε ένας τελευταίος ήχος, σαν χασμουρητό κι επικράτησε ησυχία.
     Η Πασιφάη πλησίασε κι έσκυψε το σώμα της. Ανέβηκαν επάνω της και πέταξαν μακριά.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Θ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



      Βρέθηκαν να περπατούν μέσα από ένα αυλάκι γεμάτο νερό. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η δυσωδία θύμιζε μούχλα. Με το δαυλό στο χέρι, κατάλαβαν γρήγορα πως βρίσκονταν σε έναν σκοτεινό θόλο.
      Στην περιφέρειά του έχασκαν σκοτεινές καμάρες σαν άδειες κόγχες ματιών. Προχωρώντας με σκοπό να ελέγξει το χώρο γύρω με τον δαυλό να του φωτίζει, τα πόδια του μπλέχτηκαν σε κάτι και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα.
      «Στραβωμάρα!», ακούστηκε μια μπάσα φωνή που τους έκανε να αναπηδήσουν στη θέση τους. Ο Πόθος κρύφτηκε πίσω από τα αυτιά της Πασιφάης, ώσπου να πεις κύμινο.
      Ο Φοίβος μάζευε όλο το κουράγιο του και τον δαυλό πριν σβήσει. Τον ύψωσε για να αντικρύσει ένα γέρικο ανθρωπάκι που καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη στην πέτρα. Στα χέρια του γυρόφερνε ένα κομπολόι. Γκρίζα ανακατεμένα μαλλιά και γκρίζα γένια, τριών ημερών που λένε, πλαισίωναν το παχουλό του πρόσωπο. Τους κοιτούσε βαριεστημένα.
      «Τι με κοιτάτε σα χάνοι, ωρέ; Παρουσιαστείτε!», τινάχτηκε με απίθανη σβελτάδα για την ηλικία του και πρόβαλε το πρόσωπό του μπροστά στον Πόθο. Το μπόι του δεν ξεπερνούσε αυτό του Φοίβου. Ήταν νάνος.
      «Είσαι ο και λέγεσαι;», έκανε προστακτικά κάνοντας τον Πόθο να βρεθεί στον αέρα, κρατώντας μία απόσταση ασφαλείας.
      «Σιγά μπάρμπα! Μας ξεκούφανες!».
      «Ούστ ψοφίμια! Έτσι θα πάτε φαντάροι βρε!».
      «Σιγά μην πάω και ναύκληρος!», έκανε ο Πόθος ενοχλημένος.
      Ο Φοίβος στάθηκε προστατευτικά δίπλα στην Πασιφάη.
      «Ποιος είσαι;».
      «Συνταγματάρχης Φοβέρας!», χτύπησε δυνατά το στήθος του. «Απόστρατος», συμπλήρωσε βαριεστημένα και ξανακάθισε κάτω. Άρχιζε να παίζει το κομπολόι του και σιγομουρμούριζε έναν σκοπό.
      «Από κάτω απ’ τα ραδίκια,
       κάθονται δυο πιτσιρίκια…».
      Ο Φοίβος κοιτάχτηκε με την Πασιφάη και τον Πόθο απορημένος. Ο τελευταίος έκανε μια χαρακτηριστική κίνηση με το δείκτη χτυπώντας τον κρόταφό του.
      «Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Τα έχει εντελώς χαμένα ο θείος!».
      Ο Φοίβος του έκανε νόημα να σωπάσει.
      «Και που βρισκόμαστε συνταγματάρχα;».
      «Τρίτη βάση εμπειροπόλεμης ταξιαρχίας καλόπαιδα. Αχ, αρνί με το σπανάκι!», συνέχισε έναν άλλο σκοπό τώρα.
      «Η κυρά μας η δασκάλα, πού ‘χει σπίτια δυο μεγάλα…».
      Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε κάτω από τη μύτη του.
      «Και τι κάνεις εδώ μπάρμπα; Ασκήσεις ετοιμότητας με τις χάντρες από το κομπολόι σου;».
      Μ’ έναν πήδο που σ’ έκανε να απορείς για τη ζωντάνια που βρέθηκε μέσα του, στάθηκε όρθιος.
      «Νέος! Προσοχή!».
      Ο Πόθος βρέθηκε κατάχαμα.
      «Ίσα μάγκες! Για να είστε εδώ, σημαίνει πως ήσασταν αιχμάλωτοι του Μεγάλου Τσακαλιού. Εγώ έμεινα να φυλάω το καταφύγιο αυτό, ώστε όποιος γλιτώσει να μπορέσει να βρει το δρόμο του για το καταφύγιο του Ήλιου».
      Ο Φοίβος πλησίασε.
      «Αιχμάλωτοι του Κουνάβη ήμασταν».
      «Τς, τς, τς. Κουνάβης, Χλέμπας! Ούτε χάντρες στο κομπολόι μου! Το Μεγάλο Τσακάλι είναι εχθρός του Ήλιου, κι οι άλλοι ελεεινά πιόνια του. Αν το είχατε συναντήσει, αμφιβάλω αν θα ήσασταν εδώ. Το μεγάλο Τσακάλι είναι η ουσία του κακού. Να προσέχετε! Δεν είναι ακόμη δυνατό, μα όσο παραμένει το σκοτάδι τόσο αυξάνεται και η δύναμή του».
      Έκανε μια δρασκελιά και τους ένευσε να τον ακολουθήσουν.
      «Άλλος με τη βάρκα μας!». Είδε που τον παρακολουθούσαν απορημένοι και σήκωσε τους ώμους.
       «Αράξτε εδώ να συνέλθετε. Μόλις στανιάρετε καλόπαιδα, θα σας οδηγήσω στην έξοδο που είναι αρκετά μακριά από δω και δεν υπάρχει φόβος  να σας εντοπίσουνε. Και τότε  ΝΕΟΙ ΜΟΥ, ορμάτε!» .

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Η΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



      Αργά μα σταθερά έπαιρναν ύψος κι ανέπτυσσαν ταχύτητα. Ο αέρας σφύριζε γύρω τους έτσι όπως τον έσχιζαν και το μόνο που μπορούσαν να αντιληφθούν ήταν τα πηχτά μαύρα σύννεφα που τους τύλιγαν σαν καπνός.
      Ο Φοίβος αποκαμωμένος έγειρε το κορμί  πάνω στο απαλό τρίχωμα της Πασιφάης, άπλωσε τα χέρια του και αγκαλιάζοντας το λαιμό της αποκοιμήθηκε.
      Σε λίγο ένα ήρεμο χαμόγελο είχε απλωθεί στο πρόσωπό του. Στο όνειρό του καθόταν με τη μητέρα του ένα καλοκαιρινό σούρουπο στη βεράντα του σπιτιού τους. Ένας αναστεναγμός γλίστρησε από τα μισάνοιχτά του χείλη.
      Ένα ταρακούνημα τον έφερε στην πραγματικότητα. Ο Πόθος κρατιόταν γερά από το λαιμό του και του ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή.
      «Κάτι γίνεται».
      Φωνές άγριες και δυνατές ακούγονταν από χαμηλά. Κάτι μακρύ πέρασε σφυρίζοντας δίπλα ακριβώς από το αυτί του κι έπειτα ένα δυνατό τράνταγμα έκανε την Πασιφάη να χάσει την ισορροπία της. Ο Φοίβος κρατήθηκε γερά καθώς εκείνη έχανε απότομα ύψος. Άκουσε μόνο έναν ξεψυχισμένο ψίθυρο.
      «Με χτύπησαν στο φτερό».
      Η προσπάθειά της να κρατηθεί στον αέρα ήταν αγωνιώδης. Ο Φοίβος έβλεπε πως το χτυπημένο της φτερό δεν μπορούσε να ακολουθήσει το γερό. Μ’ ένα γδούπο βρέθηκαν στο έδαφος.
      Δεν πρόλαβαν να μετρήσουν τις απώλειες τους γιατί τους περικύκλωσαν. Και πριν καταλάβουν τι τους βρήκε, ο Φοίβος βρέθηκε με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη του και η Πασιφάη με μια θηλιά να της σφίγγει τη γλυκιά μουσούδα.
      Με άγριες και θυμωμένες φωνές τους τραβούσαν μέχρι που έφτασαν να κατεβαίνουν πέτρινα ολισθηρά σκαλιά. Τώρα δάδες φώτιζαν το πέρασμά τους κι έβλεπαν τα πρόσωπα των αντρών γύρω τους.
      Ένας κοντόχοντρος άντρας ξεχώριζε από τους άλλους. Έμοιαζε να προστάζει τους υπόλοιπους. Άδραξε μια αρμαθιά κλειδιά από τη ζώνη ενός άλλου και άνοιξε την σιδερένια πόρτα ενός κελιού. Τους έσπρωξαν μέσα και κλείδωσαν πίσω τους.
      «Ο Κουνάβης θα χαρεί πολύ με τα λαβράκια μας. Τον ειδοποιήσατε;», τον άκουσαν να λέει καθώς απομακρύνονταν.  Πίσω τους έμεινε μονάχα αυτός με τα κλειδιά στη ζώνη.
      Ο Φοίβος κάθισε κατάχαμα κοιτάζοντας ανήσυχος την Πασιφάη. Τα μάτια της ήταν κλειστά και έμοιαζε αποκαμωμένη. Κοίταξε τον πέτρινο τοίχο πίσω του και πρόσεξε μια κοφτερή άκρη που περίσσευε.  Σύρθηκε προς τα εκεί κι άρχισε να ροκανίζει το σκοινί επάνω της.   
      Ο φύλακας που καθόταν βαριεστημένα στον απέναντι τοίχο είχε αρχίσει να γέρνει το κεφάλι. Το στόμα του άνοιγε ακανόνιστα πού και πού σ’ ένα ρηχό χασμουρητό, ώσπου το κεφάλι του έπεσε στο πλάι και τα μάτια του έκλεισαν. Που και που ένας αναστεναγμός έβγαινε από το στόμα του.
      Το σκοινί κόπηκε επιτέλους. Έτριψε τους καρπούς του και έχωσε το χέρι στη λαιμόκοψη της μπλούζας του. Έβγαλε τον Πόθο κρατώντας τον με τα ακροδάχτυλα.
      «Βλέπεις τα κλειδιά που κρέμονται από τη ζώνη του;», έκανε χαμηλόφωνα. «Πρέπει να τα πάρεις».
      Ο Πόθος χλώμιασε. Έπειτα έδωσε μια και βρέθηκε στον αέρα.
      «Μπριτς!».
      Τον κοίταξε υπομονετικά.
      «Δεν μπορώ σου λέω!», αντιγύρισε εκείνος. «Θα τα κάνω επάνω μου και μόνο στην ιδέα».
      «Μόνο εσύ μπορείς να μας βγάλεις», έκανε χαμηλόφωνα ο Φοίβος. «Στο χέρι σου είναι τα πάντα τώρα. Στο χέρι σου είναι να γυρίσει η μαμά σου!».
       Ο Πόθος του γύρισε την πλάτη κοιτάζοντας τον φύλακα. Ήθελε μόνο να βάλει τα κλάματα και να έρθει η μαμά του να τον παρηγορήσει. Καταπολέμησε τον κόμπο που ανέβαινε στο λαιμό του, πήρε μια κοφτή ανάσα και βρέθηκε στον αέρα.
      Ένας κρίκος κρατούσε τα κλειδιά από τη ζώνη του φύλακα. Τον έπιασε αργά και τον γύρισε, φέρνοντας το άνοιγμά του στο θηλύκι του παντελονιού του. Τα κλειδιά έπεσαν στο πάτωμα μ’ έναν ήχο που τον τράνταξε συθέμελα. Ο φύλακας κουνήθηκε στη θέση του, ο Πόθος έκλεισε τα μάτια.
      «Ήρθε το τέλος σκέφτηκε». Περίμενε, περίμενε κι όταν είδε πως δεν συνέβαινε τίποτε, άνοιξε πρώτα το ένα μάτι διστακτικά. Ο φύλακας μπροστά του συνέχιζε τον ύπνο του.
      Άδραξε τον κρίκο με τα κλειδιά από το πάτωμα κι άρχισε να τα σέρνει. Η Πασιφάη είχε ανοίξει κουρασμένη τα μάτια και παρακολουθούσε την επίπονη προσπάθειά του. Ο Φοίβος άπλωσε το χέρι έξω από τα κάγκελα και έπιασε τα κλειδιά κλείνοντάς τα όλα στη χούφτα του. Αθόρυβα πια τα πέρασε μέσα και βρήκε αυτό που ταίριαζε στην κλειδαριά. Σε λίγο η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη.
      Ο Φοίβος στράφηκε στην Πασιφάη γνέφοντάς της. Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
      «Δεν θα φτάσετε μακριά με μένα».
       Χωρίς να δώσει σημασία στα λόγια της την βοήθησε να σηκωθεί. Έπειτα, έβαλε απαλά το χέρι στο πλευρό της, κρατώντας τη φτερούγα στη θέση της. 
      Αργά και αθόρυβα γλίστρησαν μπροστά από τον δεσμοφύλακα. Ο Φοίβος ανέβηκε αναγνωριστικά τα σκαλιά μα η κουβέντα αντρών στην κορυφή τους τον έκανε να γυρίσει. Πήραν τον αντίθετο δρόμο και χάθηκαν στους διαδρόμους πέρα από το κελί τους.
      Ο διάδρομος πήρε να κατηφορίζει για να φτάσουν σε μία αδιέξοδη πέτρινη αίθουσα στα δεξιά του. Αυτό ήταν το τέλος. Κοίταξε την Πασιφάη απελπισμένος μα αυτή είχε αλλού το νου της.
      Η μουσούδα της κινιόταν σπασμωδικά στον αέρα λες και οσμίζονταν κάτι που αυτός δεν έβλεπε. Στο μέρος που κοιτούσε ήταν μόνο ο γυμνός τοίχος.
      Τον πλησίασε και πρόσεξε πως η υγρασία ήταν πιο έντονη στα δεξιά. Το υγρό πέτρινο πάτωμα γλιστρούσε. Άπλωσε τα χέρια και τον ψηλάφισε. Άφησε τα δάχτυλα του να τρέξουν τον τοίχο κι ένιωσε τα δάχτυλά του να μουσκεύουν. Ανάμεσα στους αρμούς της πέτρας, σταγόνα σταγόνα, κυλούσε νερό. Προσπαθώντας να εντοπίσει τα σημεία που στάζανε, ένιωσε την πέτρα να μετατοπίζεται πίσω από τα χέρια του. Ένα μεγάλο κομμάτι του τοίχου υποχώρησε κι έπειτα μ’ έναν υπόκωφο ήχο σύρθηκε συρταρωτά πίσω από τον υπόλοιπο τοίχο.
      Η μία έκπληξη διαδέχονταν την άλλη καθώς ένα κύμα νερού χύθηκε προς το μέρος του φτάνοντας σχεδόν τα γόνατα του Φοίβου. Ο Πόθος είχε κρεμαστεί στο γιακά της μπλούζας του και παρατηρούσε με μάτια ορθάνοιχτα.
      Χωρίς δισταγμό πέρασε στην επόμενη αίθουσα αφού βοήθησε πρώτα την Πασιφάη. Ήταν όμως τόσο σκοτεινά, που έτρεξε πίσω κι άδραξε έναν δαυλό από τον διάδρομο. Άκουσε απειλητικές φωνές να έρχονται προς το μέρος τους.
      Το αίμα πάγωσε στις φλέβες του, μόνο για κλάσματα όμως του δευτερολέπτου. Έπειτα πήδηξε πάνω από το χώρισμα και χωρίς να αφήσει το δαυλό, έσπρωξε το πέτρινο κομμάτι που πήγε και σφήνωσε ξανά στη θέση του.