Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

17ο κεφάλαιο



      Τα εγκαίνια πέρασαν και η ζωή στο ξενοδοχείο άρχισε να βρίσκει το ρυθμό της. Έναν ρυθμό που θα το ακολουθούσε στη μετέπειτα του ζωή σαν  πολύβουο μελίσσι  θαρρείς, αλλά με την ηρεμία ορχήστρας στα χέρια έμπειρου μαέστρου.
      Ο Μάνος ζούσε τις ημέρες του εκεί λες και έσερνε τα πόδια του καθώς περπατούσε. Έσερνε τα πόδια, τράβαγε το χρόνο  πίσω. Ο Θράσος μπορούσε σχεδόν να νιώσει την απροθυμία του να τελειώσει τις δουλειές  και να αποδεχθεί πως έφτασε η ώρα της αναχώρησής του.
      Έλεγξε τις εργασίες στον κήπο, κάποια φυτά που έπρεπε ακόμη να τοποθετηθούν, γωνίες να δημιουργηθούν. Στο τέλος δεν άντεξε. Άρχισε να ανησυχεί πώς θα άρχιζε να ξεθάβει τα φυτά για να τα φυτέψει ακριβώς μια σπιθαμή πιο πέρα.
      Τον πλησίασε την ώρα που είχε τελειώσει με τρία ροδόδεντρα. Ήταν γονατισμένος και με τα χέρια του σκέπαζε απαλά τα ριζά τους με χώμα, λες και χάιδευε μικρό παιδί. Κάθισε δίπλα του.
      «Φοβάσαι να φύγεις Μάνο», ψιθύρισε λες και ανησυχούσε μην τον τρομάξει η φωνή του.
      Εκείνος συνέχισε να περνάει απαλά τα χέρια του πάνω από το χώμα. Ο Θράσος περίμενε.
      «Δεν περίμενα ποτέ να είμαι με κάποιον άνθρωπο και να μη χρειάζεται να κρατώ την ανάσα μου. Να μην χρειάζεται να μιλήσω, να εξηγήσω. Να κυλά κάθε στιγμή, κάθε μέρα αβίαστα, σα να ήταν προορισμένη η ζωή μου γι’ αυτό ακριβώς».
      Ο Θράσος χαμογέλασε σ’ ένα χαμόγελο που ξεκίνησε και τελείωσε στα μάτια του.
      «Και τι θα αλλάξει τώρα πιστεύεις;».
      Ο Μάνος δεν τον κοίταζε. Το βλέμμα του έμενε προσηλωμένο σε κάθε σβώλο χώμα.
      «Δε θ’ αλλάξει τίποτε Μάνο. Έτσι νομίζω. Δε μου φαίνεται πιθανό να ξαναβρώ έναν άνθρωπο που με γνώριζε πριν ακόμη με συναντήσει. Είτε φύγεις, είτε όχι, θα σε κουβαλάω».
     Ο Μάνος έμεινε για λίγο ακόμη ακίνητος κι έπειτα συνέχισε να στρώνει το χώμα.
      Όταν σηκώθηκε κάποια στιγμή, πήγε να πλυθεί. Ο Θράσος ήταν στο δωμάτιό του καθισμένος στην φαρδιά εσοχή του παραθύρου. Κοιτούσε τον κήπο.
      Βγήκε από το μπάνιο και ακούμπησε στο σώμα του με τις σταγόνες να τρέχουν απ’ το λιγνό κορμί του.  Ο Θράσος έγειρε πίσω και αφέθηκε επάνω του.
      Έμειναν έτσι λίγη ώρα, λες και μπορούσε η σωματική επαφή να τους φορτίσει σα μπαταρία με την ενέργειά της, μια ενέργεια που θα τους ακολουθούσε, θα τους στήριζε και θα τους συντρόφευε.
      Η ένωσή τους δεν ήταν σαρκική. Το ένιωσαν από την αρχή αλλά ίσως η απόγνωση του χωρισμού να τους έκανε πρώτη φορά να το συνειδητοποιήσουν. Ήταν λες και έβγαιναν από τα επίγεια σώματά τους και έμπαιναν σε άλλη διάσταση όπου αιωρούνταν άστρα και διάττοντες αστέρες, χρωματιστά ουράνια σώματα και περιφέρονταν σ’ ένα φωτεινό σκοτάδι. Και οι δυο τους απελευθερωμένοι από τα δεσμά του γήινου σώματός  να αιωρούνται σα να χορεύουν στο απέραντο σύμπαν.
      Ο Θράσος έκλεισε τα μάτια και ήξερε ότι η ένωσή τους αυτή ήταν ιερή, μυστήριο ή μεταφυσικό κοσμικό συμβάν. Και δε φοβήθηκε όταν άνοιξε τα μάτια και χάθηκε μέσα στα ζεστά υγρά μάτια του Μάνου. Ήξερε πια κι εκείνος πως αυτό που μοιράζονταν δεν μπορούσε να μείνει δέσμιο ούτε του τόπου ούτε του χρόνου. Θα τους συνόδευε και στις επόμενές τους ζωές.
      Δεν σηκώθηκαν εκείνη την ημέρα καθόλου. Τους βρήκε το χάραμα σα να τους είχε ξεβράσει τρικυμία αποκαμωμένους σε έρημη ακτή.
      Πρώτος σηκώθηκε ο Θράσος. Πλύθηκε  και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.
      «Ωσότου να πλυθείς θα μας έχω ετοιμάσει πρωινό».
      Ο Μάνος ένεψε αρνητικά.
      «Το πένθος δεν ταιριάζει εδώ», του χαμογέλασε.
      Μετά από λίγη ώρα ακουμπούσε το φορτωμένο δίσκο στο περβάζι του παραθύρου αφού πρώτα άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα να υποδεχτεί την πρωινή καθάρια δροσιά.
      Έκατσαν σιωπηλοί παίρνοντας το πρωινό τους. Είχαν την αίσθηση ότι άκουγαν ακόμη και τις σταλαγματιές της δροσιάς να χύνονται από κάθε ροδοπέταλο και φύλλο.
      Έμειναν έτσι, ήρεμοι, συντροφεμένοι να αντικρίζουν θαρρείς έναν καινούριο κόσμο που ανοίγονταν μπροστά τους. Έναν κόσμο που για πρώτη φορά έμοιαζε να τους χωράει.
       Το καράβι σάλπαρε ακριβώς στις δέκα και ο Θράσος έμεινε να το κοιτά να απομακρύνεται. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι στιγμές αυτές θα ήταν ατελείωτες, όπως και οι στιγμές που θα το υποδέχονταν.
      Όμως από εκείνη την πρώτη φορά ήξερε πως η ζωή αυτή που του χαρίστηκε ήταν πολύ παραπάνω από αυτήν που είχε ποτέ του τολμήσει να ελπίσει.






      Η Ραλλού πρόσεξε την Αθηνά καθώς  τα νερά έτρεχαν ακόμη πάνω της και τα ρούχα της ήταν μέσα στα χώματα.
      Όταν κατάλαβε ποια ήταν αναρωτήθηκε  αν ήταν συγγενής της, έτσι που τα είχε φέρει η ζωή. Αν η Αναστασία της ήταν η κόρη του Κυριάκου, ο πατέρας της μικρής θα ήταν ετεροθαλής αδερφός της. Επομένως θα είναι ανιψιά από ετεροθαλή αδερφό της κόρης της. Ή εγγόνι;
      Δεν την απασχόλησε περισσότερο το θέμα. Αυτά ήταν ψιλά γράμματα για την Ραλλού. Η Αθηνά ήταν εγγονή του Κυριάκου, αυτό της ήταν αρκετό. Και την παρακολουθούσε με μάτι άγρυπνο πίσω από τα σκούρα γυαλιά της από την πρώτη στιγμή σχεδόν. Παρακολουθούσε κάθε της κίνηση και κάθε της κουβέντα με το Θράσο και το Μάνο, κυρίως μέσα από τα αυτιά της συνοδού της που άκουγε τα πάντα χωρίς να δίνει κανείς σημασία στην άχρωμη παρουσία της.
      Ήξερε πως η μικρή είχε έρθει από μακριά να αντιμετωπίσει μια κληρονομιά που πρέπει να της ήταν ξένη. Όμως τώρα οι κεραίες της είχαν υψωθεί καθώς έμοιαζε να υπάρχει κάτι παραπάνω να αντιμετωπίσει. Έπρεπε να έχει τα μάτια και τα αυτιά  ορθάνοιχτα.
      Όχι πως είχε τίποτε να φοβάται τώρα πια. Ούτε αυτή ούτε ο Νικόλας. Εξήντα χρόνια είχαν περάσει. Αυτή κόντευε τα ογδόντα και ο Νικόλας ακολουθούσε. Και όταν φτάνεις στην ηλικία που μπορεί να μην υπάρχει αύριο, έχεις μάθει πια να απολαμβάνεις τη στιγμή. Οι φόβοι και οι ανησυχίες ανήκαν στο πολύ μακρινό παρελθόν.
      Θυμόταν σαν χθες τη στιγμή που ο Κωστής ο Στρατάκης είχε φέρει για πρώτη φορά το Νικόλα στο γραφείο. Ο Νικόλας ήταν χλωμός σα νεκρός και η Ραλλού ήξερε πως η στιγμή πρέπει να ήταν μαρτυρική γι’ αυτόν.
      «Άσε μας κυρ Κωστή. Θα τα βρούμε εμείς».
      Έκλεισε την πόρτα πίσω της και βιάστηκε να του γεμίσει ένα ποτήρι με γλυκιά βυσσινάδα της Λενιώς.
      «Πιες το», του είπε απαλά.
      Ο Νικόλας έμεινε για λίγο ασάλευτος μπροστά της κι εκείνη τον άγγιξε απαλά στους ώμους και τον κάθισε σε μια καρέκλα. Έπειτα έπιασε το ποτήρι, το έβαλε εμπρός του και του ένευσε. Το πήρε και το κατέβασε μονορούφι.
      Είδε λίγο χρώμα ν’ ανεβαίνει στα μάγουλά του κι άρχισε ν’ ανασαίνει. Κάθισε απέναντί του.
      «Νικόλα. Γι’ αυτό που έγινε δε θα μιλήσουμε ποτέ, εκτός κι αν το ζητήσεις εσύ. Αλλά θα μιλήσουμε γι’ αυτά που θα γίνουν από ‘δω και πέρα», έκανε αποφασιστικά με ήρεμη φωνή και κατάφερε να τον κάνει να την κοιτάξει.
      «Κανείς δε θα τολμήσει ποτέ του να πειράξει ούτε εσένα, ούτε την αδερφή σου ή τους γονείς σου. Μια τρίχα σου να πειραχτεί, θα έχουν να κάνουν μαζί μου. Θα τελειώσεις το γυμνάσιο και θα κάνεις ότι αγαπάς. Κι η Φωτεινούλα. Θα έχεις τους γονείς σου. Θα έχεις κι εμένα. Δεν υπάρχει τίποτε να σου σταθεί εμπόδιο πια. Κι όποτε έχεις χρόνο θα έρχεσαι να με βοηθάς στο γραφείο. Θα πληρώνεσαι, κι έτσι θα βοηθάς και το σπίτι σου. Αλλά αλίμονο σου έτσι και αφήσεις το σχολείο σου. Με κατάλαβες;».
      Ο Νικόλας κούνησε το κεφάλι, ανίκανος να πει οτιδήποτε. Η Ραλλού σηκώθηκε και του ένευσε να την ακολουθήσει.
      «Η γραμματέας μου είναι λίγο απρόσεκτη. Χρειάζομαι έναν άνθρωπο να καταχωρεί ορθά τις αγορές, τα έξοδα. Έλα, κάθισε εδώ, θα σου δείξω».
      Ακούμπησε ένα μεγάλο βιβλίο σε ένα μικρό γραφειάκι, δεξιά της κάτω από ένα παράθυρο. Έφερε δίπλα του μία στοίβα τιμολόγια. Έπιασε ένα στο χέρι της, το τρύπησε και το έβαλε σε ένα ανοιχτό ντοσιέ. Έπειτα του έδειξε πως ήθελε να το καταχωρεί στο βιβλίο.
      «Ότι σε δυσκολέψει, ότι χρειαστείς, θα με ρωτήσεις», του είπε και τον άφησε διακριτικά.
      Ο Νικόλας ξεκίνησε και χάθηκε μέσα στα τιμολόγια. Κι ήταν λες κι αυτή η τάξη και η τυπικότητα να μάζεψαν σιγά σιγά το χάος που επικρατούσε στην ψυχή του.
      Το ήρεμο χέρι της Ραλλούς πάνω στον ώμο του και η χαμηλή φωνή της σήκωσαν για πάντα το βάρος που απειλούσε να λιώσει την ψυχή του.
      Και στα χρόνια που έμελε να ‘ρθουνε τα βάρη όλα τα αντιμετώπισαν μαζί.








      Η Αθηνά κοιμήθηκε έναν ύπνο βαθύ που την εξόντωσε αντί να την ξεκουράσει. Όταν ξύπνησε την άλλη μέρα το κορμί της άχνιζε θαρρείς από τον ιδρώτα  και το στόμα της ήταν στεγνό.
      Έσυρε με κόπο τα πόδια της από το κρεβάτι και οδήγησε το κυρτωμένο σώμα της στο μπάνιο. Άφησε το νερό της βρύσης να τρέχει, έσκυψε και με το κεφάλι γερμένο στο πλάι, άφησε το στόμα της να ενωθεί με το νερό.
      Άλλο κυλούσε μέσα της σβήνοντας μια αρχέγονη δίψα κι άλλο διέτρεχε το δέρμα της μουσκεύοντας το λαιμό και το στήθος.
      Έπειτα μπήκε κάτω από το ντουζ και άφησε το κρύο νερό να κυλήσει επάνω της, ξυπνώντας  βίαια τις αισθήσεις.
      Βγήκε, αφήνοντας ένα υγρό αυλάκι  στο πέρασμά της και πήγε και στάθηκε μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Έσπρωξε τα ξύλινα σκίαστρα κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω για να μην είναι ορατή από το δρόμο.
       Σε λίγο ντυμένη με  μπλε μακό και  τζην κατέβαινε στην τραπεζαρία. Άρχισε να πίνει τον καφέ της δυνατό και σκέτο. Ένα ζευγάρι μάτια την παρακολουθούσαν.
       Η Αθηνά είχε καθίσει δίπλα σε ένα παράθυρο και στραμμένη προς το δρόμο με τα μαύρα γυαλιά της να σκεπάζουν τα σκαμμένα από την κούραση μάτια της δεν έβλεπε τίποτε από το χώρο πίσω της.
      «Δε νομίζω ότι ένα άδειο στομάχι που το δηλητηριάζεις με αυτό το μαυροζούμι θα δώσει λύση σε οτιδήποτε».
      Τινάχτηκε καθώς δεν είχε ακούσει την Ραλλού να πλησιάζει. Και δεδομένου του μπαστουνιού  αλλά και της ηλικίας της που επέβαλλαν ένα αργό και με δυσκολία βήμα, ήταν πράγματι παράδοξο που δεν την αντιλήφθηκε. Προσπαθώντας να ανακτήσει την αναπνοή της δεν πρόλαβε να αντιδράσει καθώς η Ραλλού τραβούσε προσεκτικά την καρέκλα δίπλα της και έπαιρνε θέση.
      Ήταν πολύ μπερδεμένη επίσης για να καταλάβει πως έκανε με τα μάτια της νεύμα στο σερβιτόρο και δεν κατάλαβε καν τι οδηγίες του έδωσε όταν έφτασε στο τραπέζι τους. Η Ραλλού γέμισε το άδειο ποτήρι με νερό από την κρυστάλλινη κανάτα και το απίθωσε εμπρός της.
      Η Αθηνά το σήκωσε και κατέβασε μερικές βαθιές γουλιές. Μέχρι να βρει η αναπνοή της ξανά ρυθμό,  μπροστά της απίθωσαν ένα πιάτο με μιαν αφράτη ομελέτα. Τα μάτια της γέμισαν δυσπιστία και ύψωσε το βλέμμα για να συναντήσει το σταθερό και ήρεμο βλέμμα της Ραλλούς.
      «Ένα γεμάτο στομάχι θα σε κάνει να δεις τα πάντα με καθαρό βλέμμα. Θα δεις όλα θα μπούνε στη θέση τους.
      Η Αθηνά έκοψε ένα κομμάτι ψωμί. Της έκανε εντύπωση η γεύση του, ήταν λίγο ξινό, μα της δημιουργούσε μια παράξενη αίσθηση πληρότητας. Έπειτα έκοψε άλλο ένα, έκοψε κι ένα κομμάτι ομελέτας με το πιρούνι της και τα έφερε και τα δυο στο στόμα.
      Άρχισε να τρώει αργά νιώθοντας μιαν απροσδόκητη αίσθηση ανακούφισης καθώς το φαγητό κατέβαινε στο στομάχι της. Στην αρχή η παρουσία της Ραλλούς της δημιουργούσε αμηχανία. Δεν κατάλαβε πότε η παρουσία  συρρικνώθηκε, καθώς εκείνη έπινε τον καφέ της κοιτάζοντας τη γραμμή του πελάγους έξω.
      Ήρεμη πια, έσπρωξε το πιάτο λίγο πίσω, απολαμβάνοντας την ψυχραιμία που είχε αρχίσει να απλώνεται στο είναι της και άρχισε να συνέρχεται από το σοκ.
      «Έμοιαζες σα να είχες δει φάντασμα όταν κατέβηκες σήμερα», ακούστηκε η φωνή της Ραλλούς.
      «Μπορεί και να είδα», απάντησε η Αθηνά.





      Το πλοίο έφτανε στον Πειραιά και ο Θράσος, σε αντίθεση με τον κόσμο που είχε στριμωχτεί στην κοιλιά του για να ξεχυθεί στην προκυμαία, στεκόταν πάνω στο κατάστρωμα.
      Το βλέμμα του χτένιζε το πλήθος κάτω, έτοιμο κι αυτό να ορμήσει για  επιβίβαση, ικανό να ποδοπατηθεί  με όσους επιχειρούσαν την αντίθετη διαδρομή.
      Παρακολουθούσε  αμέτοχος. Όμοιος μ’ ένα κοπάδι πρόβατα ήταν πάντα τούτος ο λαός. Αν ένα ξεκινούσε να βουτήξει στο νερό, όλο το κοπάδι θα πνιγόταν στο κατόπι του.
      Ήταν Κυριακή απόγευμα και κατέβαινε για λίγες ημέρες να ενημερωθεί για τον νέο τρόπο λογιστικής απεικόνισης των βιβλίων τους. Θα έμενε στο κεντρικό ξενοδοχείο της αλυσίδας τους. Είχε πολύ καιρό να κατέβει στον Πειραιά και από το κατάστρωμα  χάιδευε τώρα με το βλέμμα το γνώριμο τοπίο.
      Η μέρα ήταν φωτεινή, το καλοκαίρι κόντευε. Ρουφούσε την αλμύρα, ατένιζε το αττικό τοπίο. Απρόθυμα σκέφτηκε πως έπρεπε να κατεβεί.
      Είχε γράψει του Μάνου την προηγούμενη εβδομάδα. Δεν ήθελε να του δώσει την πιεστική αίσθηση πως περίμενε κάτι από την έλευσή του στην Αθήνα.  Έτσι του έγραψε ένα ήρεμο μακροσκελές γράμμα για τη ζωή στο ξενοδοχείο. Του περιέγραψε τους πελάτες και τις παραξενιές τους. Του μίλησε για εκείνον τον πελάτη που ήθελε να του βγάλουν το στρώμα από το κρεβάτι και να του φτιάξουν μια αυτοσχέδια κατασκευή από σανίδες, γιατί μόνο σε τέτοια μπορούσε να κοιμάται. Κι όσο οι δυστροπίες του δεν έβρισκαν ανταπόκριση, τόσο προσπαθούσε να τους πείσει για τα οφέλη του ύπνου σε σκέτο ξύλο.
      Μέχρι που η Θεανώ στην κουζίνα κόντεψε να τον στείλει κακήν κακώς από εκεί που ήρθε.
      Στο τέλος, λες και του μιλούσε για κάτι τόσο αδιάφορο όσο ο καιρός του ανέφερε για το επικείμενο ταξίδι του. Του έδωσε αχνές μα σαφείς λεπτομέρειες και  ένιωθε να κατατρώγει την καρδιά του ένα ύπουλο σκουλήκι.
      Αυτός ήταν που είχε βρει το κουράγιο να εμψυχώσει τον Μάνο όταν είχε φτάσει το τέλος της δουλειάς του στο ξενοδοχείο. Μα τώρα η αμφιβολία τον βασάνιζε.
      Κατέβηκε αργά από το κατάστρωμα. Στάθηκε στην άκρη όπου χρειαζόταν για να τον προσπεράσει το πλήθος που ανέβαινε στο πλοίο. Πάτησε το πόδι του στη στεριά. Κρατώντας τη μικρή βαλίτσα  στο χέρι, άνοιξε το βήμα και κατευθύνθηκε εκτός λιμανιού.
      Δεν πρόσεξε τη φιγούρα που στεκόταν ακίνητη σε μιαν άκρη, εκεί που ξεκινούσε ο δρόμος, παρά μόνον όταν έφτασε μπροστά της.
      Ο Μάνος ακίνητος είχε ακουμπήσει τα γεμάτα λαχτάρα μάτια του επάνω του, ρουφώντας αχόρταγα την εικόνα του. Μια εικόνα που έτσι κι αλλιώς είχε φέρει μαζί του από το νησί και τον συντρόφευε συνέχεια.
      Πέτρωσε σαν τον αντίκρισε. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, ήξερε πως δεν ήταν όνειρο αυτό που είχαν μοιραστεί, ούτε αποκύημα της φαντασίας του.
      Ο Μάνος έσκυψε,  πήρε την μικρή  βαλίτσα και βάδισαν προς τον ηλεκτρικό δίπλα δίπλα.











      «Νικόλα, δεν μπορώ να βρω την παραγγελία του Δελημύτη», ακούστηκε η φωνή της Ραλλούς από το γραφείο.
      Ο Νικόλας χαμογέλασε και σίμωσε στο γραφείο της. Ανακάτεψε τα χαρτιά που ήταν απλωμένα μπροστά της και τράβηξε ένα κιτρινισμένο χαρτί προς το μέρος του. Του έριξε μια ματιά και της το έτεινε.
      Το πήρε αμίλητη στα χέρια της κάνοντας κόπο να μην χαμογελάσει. Έπειτα το ακούμπησε πάνω στην υπόλοιπη στοίβα και τον κοίταξε.
      «Οι εργάτες σχόλασαν. Πάμε να πιούμε ένα ουζάκι στον ταρσανά;».
      Της έγνεψε καταφατικά και τρύπωσε στο μικρό κουζινάκι. Γέμισε δυο ποτήρια με πάγο, πήρε και το μικρό μπουκάλι με το Πλωμάρι και την περίμενε στην πόρτα.
      Προχώρησαν ανάμεσα στα κτίρια και τις αποθήκες, ανάμεσα σε κουφάρια καϊκιών και κάθισαν στην ακροθαλασσιά. Η Ραλλού κράτησε τα ποτήρια κι ο Νικόλας έσταξε  το κρυσταλλένιο υγρό από το μπουκάλι.
      Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά εδώ και ώρα κι έπαιρνε να γέρνει. Ήταν ένα πνιγηρό από τη ζέστη απόγευμα. Το παγωμένο ποτό ήταν ευπρόσδεκτο στα σωθικά τους και η γλύκα που μούδιασε τα μέλη τους ανακατεύτηκε με τη γλύκα του απογεύματος. Το ρόδινο φως τους τύλιξε, η αψιά από τη θαλασσινή αύρα άρχισε να κυλά μέσα στις φλέβες τους.
      «Προσπαθώ να σου δείξω πως δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα χωρίς εσένα», ψιθύρισε η Ραλλού έπειτα από ώρα γαλήνιας σιωπής.
      «Το ξέρω», της απάντησε ο Νικόλας.
      Η ώρα συνέχισε να κυλά μες τη σιωπή. Μόνο τ’ αγέρι ψιθύριζε με το απαλό κυμάτισμα.
      «Όμως θέλω να μου υποσχεθείς πώς τώρα που παίρνεις και το πτυχίο σου, θα κάνεις ότι λαχταράς πραγματικά. Υποσχέσου το Νικόλα, αλλιώς θα με κάνεις δυστυχισμένη. Δυστυχισμένη σα μάνα που βλέπει το παιδί της να μην εκπληρώνει τα όνειρά του».
      Γύρισε και τον κοίταξε χαμογελώντας. Εκείνος έσφιξε τα χείλη για να μην προδώσει το τσίμπημα που ένιωσε στο άκουσμα της λέξης «μάνα». Σε κλάσμα δευτερολέπτου της απάντησε ήρεμος.
      «Το υπόσχομαι. Με έναν όρο».
      «Ότι θες», του αντιγύρισε με ανακούφιση.
      «Θα μ’ ακούσεις σ’ αυτό που έχω να σου πω».
      Του ένευσε καταφατικά και ακούμπησε τον ώμο του. Έβλεπε το καθάριο βλέμμα του, πιο καθαρό απ’ τα νερά και αναρωτιόταν που βρήκε τη δύναμη να προσπεράσει το κακό που είχε χιμήξει επάνω του.
      Ένας άγγελος σκέφτηκε, ήταν ένας άγγελος και τα επίγεια δεν είχαν τη δύναμη να τον βλάψουν.
      Τον κοίταξε ερωτηματικά περιμένοντας αυτό που είχε να της πει. Εκείνος δίστασε για μια στιγμή.
      «Δε θέλω τίποτε άλλο απ’ το να δουλέψω στο ναυπηγείο. Δεν είναι από υποχρέωση. Είναι το μόνο μέρος που θέλω να βρίσκομαι».
      Του χαμογέλασε, αλλά η αμφιβολία δεν την εγκατέλειψε.
      «Μου έλειψες Νικόλα, κάθε χρόνο που έφευγες μου ήταν δυσκολότερο να σε περιμένω. Εγώ όμως θα το ξαναπώ, όποια στιγμή νιώσεις πως κάτι άλλο θέλεις να κάνεις, θα είμαι δίπλα σου. Όσο κι αν λαχταρώ κάθε χρόνο τις διακοπές για να δουλεύουμε μαζί. Μου είσαι απαραίτητος, όχι επειδή δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μονάχη, αλλά επειδή δεν θέλω να τα βγάζω πέρα μονάχη», χαμογέλασε απολογητικά.
      Ο Νικόλας γέλασε πλατιά όταν της είπε.
      «Ετοιμάσου να βαρεθείς να με βλέπεις λοιπόν».
      Όταν τα βλέμματά τους χωρίστηκαν αναρωτήθηκε αν θα έβρισκε ποτέ τη δύναμη να της πει όσα πραγματικά λαχταρούσε.





       Ήταν κοντά έντεκα το πρωί όταν η Αθηνά βουτούσε για τρίτη φορά στην πισίνα. Ήταν ένα ζεστό και γλυκό πρωινό, άπειρα γαλήνιο, από αυτά που θαρρείς πως ο χρόνος αποφάσισε να σταθεί σε έναν τόπο και να μην προχωρήσει τη μέρα εκείνη. Σα σκόνη αχνόλευκη είχε σταθεί πάνω από το νησί, με τα σωματίδια του να αιωρούνται παιχνιδίζοντας με το φως του ήλιου.
       Σε τούτο το πρωινό που ήταν μια μαύρη τρύπα μέσα στο χρόνο που συνήθως έτρεχε και χάνονταν, το μόνο που έμοιαζε αεικίνητο ήταν η Αθηνά.
      Ήταν η μοναδική φορά στις τόσες ημέρες  στο ξενοδοχείο που επισκέπτονταν την πισίνα του. Ούτε καν θα το ήξερε πως υπήρχε αν δεν πρόσεχε δυο νεαρά ζευγάρια να τραβούν προς την πίσω μεριά του με μαγιώ και σαγιονάρες.
      Έτσι εδώ και δύο ώρες σχεδόν βουτούσε και έβγαινε από τα νερά της. Στη συνέχεια άραζε στην ξαπλώστρα και πριν προλάβει να στεγνώσει ξαναβουτούσε κι έκανε δυο γύρους πέρα δώθε. Φύσαγε και ξεφύσαγε ανήσυχη, κι ένιωθε ένα αόρατο χέρι να την σπρώχνει να κάνει κάτι που ένιωθε πως όφειλε να κάνει κι άλλα δυο χέρια να κλείνουν τα αυτιά της για να μην ακούει τη φωνή που φώναζε μέσα στο κεφάλι της.
      «Τράβα στην αστυνομία!».
      Βούτηξε ξανά με το κεφάλι κι ένιωθε να αντιστέκεται με δυσκολία στην πρόκληση του να το χτυπήσει στον πάτο της πισίνας για να σταματήσει το βουητό μέσα του. Βγήκε στην επιφάνεια, πιάστηκε από τα τοιχώματά της. Τίναξε το κεφάλι και βλέποντας τις ακτίνες να παιχνιδίζουν ανάμεσα στις πευκοβελόνες, έμεινε έτσι για λίγο με το κεφάλι γερμένο πίσω και τα νερά να κυλούν.
      Έπειτα έβαλε δύναμη στα χέρια και βγήκε.
      Πήρε την πετσέτα από την ξαπλώστρα και έτριψε με δύναμη τα μαλλιά της, μέχρι που σχεδόν στέγνωσαν. Σκούπισε το σώμα της, φόρεσε το μακρύ μακό φανελάκι και τράβηξε για το δωμάτιό της.
      Στη βεράντα η κυρία Ραλλού καθόταν σε μια σκιερή γωνιά με τη συντροφιά ενός ψιλόλιγνου άντρα που το γωνιώδες πρόσωπό του τύλιγε ένα στεφάνι από λευκά μαλλιά. Το γαλήνιο παρουσιαστικό του τράβηξε την προσοχή της και χαιρέτισε το ζευγάρι μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού.
      Εκείνος ακούμπησε το βλέμμα  επάνω της λες και ήθελε να την μετρήσει.
      Η Αθηνά κοντοστάθηκε κι έπειτα ταραγμένη μην μπορώντας να εξηγήσει την συμπεριφορά της, αποτραβήχτηκε αμήχανα στο εσωτερικό του ξενοδοχείου. Η δροσιά του ψηλοτάβανου κτιρίου ανακούφισε κάπως τα πυρωμένα της μάγουλά.






      Οι μέρες που πέρασε ο Θράσος στην Αθήνα χαράχτηκαν στο μυαλό του σαν την πρώτη φορά που επισκεπτόταν  την πόλη. Παρά τα χρόνια των σπουδών του ήταν η πρώτη φορά που πραγματικά την περιδιάβαινε με τα μάτια ανοιχτά.
      Σκέφτηκε πως έφταιγε το ασταμάτητο τρέξιμό του στις σπουδές, η μια δουλειά μετά την άλλη και το πιότερο απ’ το βράδυ του αφιερωμένο στο διάβασμα που τον οδήγησε να είναι λες ένας ξένος που πρώτη φορά έβλεπε τα τόσα θαύματα μπροστά του.
      Είχε ανέβει στην Ακρόπολη. Είχε επισκεφτεί και τις στήλες του Ολυμπίου Διός. Ήταν στα πλαίσια των σπουδών τους και κάθε τόσο τους ανέβαζαν σε ένα λεωφορείο και τους γνώριζαν τα αξιοθέατα.
      Μα πως ήταν δυνατόν να μην έχει προσέξει πως η Ακρόπολη βρισκόταν στην κορυφή ενός λόφου σπαρμένου με πυκνόκτιστα λευκά κυκλαδίτικα σπίτια; Πως δεν εξερεύνησε κάθε στενό της Πλάκας;
      Πως δεν ξάπλωσε ποτέ πάνω στο πυκνό χορτάρι  στην αρχαία αγορά, κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς;
      Ως νωρίς το απόγευμα το κεφάλι του γέμιζε με λογιστικές απεικονίσεις και τήρηση βιβλίων. Ο Μάνος τον περίμενε κάθε μέρα στις τέσσερις στη γωνία έξω από το ξενοδοχείο.
      Ξεκινούσαν μ’ ένα σάντουιτς και καφέ στου Ζώναρς κι από εκεί τρύπωναν  στην Αιόλου, φτάνανε στην Πλάκα και περιδιάβαιναν στα στενά.
      Άλλοτε στον Εθνικό κήπο και στο Ζάππειο.
      Ανηφόριζαν τα στενά στο Κολωνάκι και ανέβαιναν στο Λυκαβηττό, χάνονταν στα Εξάρχεια και τριγύριζαν από την Αθήνα του περασμένου στην αστική Αθήνα που απλώνονταν περήφανα.
      Το δείλι κατηφόριζαν για το σπίτι του Μάνου που ήταν σε μια καταπράσινη αυλή στην Πλάκα, ο πάνω όροφος από μια παλιά διπλοκατοικία που είχε γίνει ενοικιαζόμενα δωμάτια γύρω από την εσωτερική αυλή.
      Κάθονταν στο μπαλκόνι τους, ένιωθαν πίσω τους τον ίσκιο της Ακρόπολης, αγέραστο, αιώνιο και αέναο. Η νύχτα τους συναντούσε αμίλητους δίπλα δίπλα και τους τύλιγε στα πλοκάμια της.
      Τα χαράματα ένα αηδόνι που είχε κάνει σπιτικό του την διπλανή φλαμουριά έμπαζε το τραγούδι του από το ανοιχτό παραθύρι.
      Ξυπνούσαν νωχελικά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι έπειτα από ολιγόλεπτο συνωμοτικό χουζούρι πετάγονταν επάνω κι ετοιμάζονταν.
      Παρακάτω έπαιρναν ένα κουλούρι από το φούρνο που συναντούσαν στο δρόμο τους και λίγα στενά πιο πέρα χώριζαν και τραβούσε ο καθένας στη δουλειά του.








      Η Αθηνά ντυμένη και στεγνή κατέβαινε αργά και ήρεμη πια τα σκαλιά του ξενοδοχείου. Κάτι που είναι να γίνει ας γίνει σκεφτόταν και απορούσε με τον εαυτό της για την αναστάτωση που της είχε προξενήσει η απροσδόκητη τούτη ανακάλυψή της.
      Τι την έκοφτε αν το νησί ξερνούσε σκελετούς ολούθε από τα σπλάχνα του; Γιατί ταράχτηκε;
      Προχώρησε, διέσχισε τη ρεσεψιόν και βγήκε στη βεράντα. Ακούμπησε με την παλάμη την πλάτη του σακιδίου της για να βεβαιωθεί πως τα χαρτιά που ήθελε βρισκόταν μέσα. Μετά νευρίασε πάλι με τον εαυτό της γιατί κατάλαβε πως ακόμη και τώρα ήταν αναστατωμένη.
      Ενοχλημένη έκανε να προχωρήσει, αλλά τότε πρόσεξε την κυρία Ραλλού που συζητούσε χαμηλόφωνα με την ίδια ακόμη παρέα στο ίδιο τραπέζι, να σηκώνεται αργά και να κοιτά προς τη μεριά της.
      Η Αθηνά ένευσε θέλοντας να απομακρυνθεί, μα ένα  τίναγμα του χεριού της Ραλλούς την έκανε να σταματήσει. Όταν την είδε να προχωρά αργά προς το μέρος της δεν είχε άλλη επιλογή παρά να την πλησιάσει.
      «Καλημέρα και πάλι. Θα θέλατε κάτι;».
      Η Ραλλού της έκανε νόημα να καθίσει. Η Αθηνά αισθάνθηκε τον πανικό να υψώνεται μέσα της καθώς έμοιαζε κάθε προσπάθειά της από το πρωί να κάνει ένα και μόνο πράγμα, να πηγαίνει στο βρόντο.
      «Θα ήθελα πολύ να καθίσω μαζί σας αλλά πρέπει οπωσδήποτε να τελειώσω κάποια δουλειά. Δεν μπορεί να περιμένει;».
      «Όλα μπορούν να περιμένουν παιδί μου. Υπάρχουν πράγματα που περιμένουν θαμμένα εξήντα και βάλε χρόνια. Τα πάντα μπορούν να περιμένουν».

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

16ο κεφάλαιο



      Η Αθηνά κοιμήθηκε ανήσυχα εκείνο το βράδυ. Το πρωί ήταν ιδρωμένη και ένιωθε σα να είχε περάσει μια πολύ εξαντλητική μέρα.
      Τρύπωσε κάτω από το ντουζ και άφησε το νερό να κυλήσει επάνω της. Χλιαρό στην αρχή και στη συνέχεια, καθώς βαριόταν να το κρυώνει σταδιακά, το γύρισε με τη μία στο κρύο.
      Πήρε μια ανάσα να συνέλθει από το σοκ και σε λίγο βγήκε νιώθοντας τη θέρμη του χώρου να απλώνεται επάνω της.
      Έτριψε γερά τα μαλλιά με την πετσέτα, αφήνοντας τα ελαφρά μόνο υγρά, φόρεσε τα εσώρουχά της, ένα μπλε μακό φανελάκι και το τζιν της.
      Κατέβηκε με τα πόδια τα σκαλιά προσπαθώντας να συνέλθει από τον άσχημο ύπνο. Η Αθηνά δεν άφηνε τέτοια πράγματα να σταθούν εμπόδιο. Στη δουλειά της ακόμη δεν είχε λείψει.
      Καθώς έφτασε στο ισόγειο, από το πάνω σκαλοπάτι στο τελευταίου γύρισμα της σκάλας, πρόσεξε πρώτη φορά μια σειρά από ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε μεγάλο μέγεθος που κοσμούσαν τον απέναντι τοίχο.
      Βράδυνε το βήμα της εστιάζοντας επάνω τους το βλέμμα. Κάτι γνώριμο την έλκυε σ’ αυτές, αλλά περίμενε να πλησιάσει για να εκμηδενίσει την πλάνη που μπορούσε να της δημιουργήσει η απόσταση.
      Κατέβαινε την φαρδιά, γεμάτη καμπύλες σκάλες με το βήμα της να πνίγεται στο πορφυρό χαλί. Πλησίασε τον τοίχο και στάθηκε μπροστά στις φωτογραφίες. Ναι, της ήταν γνωστό το τοπίο. Ήταν ο ελαιώνας της, μόνο που το χώμα ήταν στρωμένο μ’ ένα ανοιχτόχρωμο χαλί. Έγειρε λίγο το κεφάλι προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό που απλωνόταν ανάμεσα στα λιόδεντρα.
      Ήταν λουλούδια και παρά το ασπρόμαυρο της φωτογραφίας κατάφερε να διακρίνει ένα πυκνό στρώμα από κυκλάμινα.
      Έμεινε για λίγο ακίνητη να θαυμάζει την παραξενιά τούτη της φύσης κι έπειτα στράφηκε προς την είσοδο. Καθώς απομακρυνόταν γέλασε στη σκέψη πως θεώρησε ότι ο ελαιώνας της φωτογραφίας ήταν ο δικός της.
      Ο Θράσος την καλημέρισε καθώς έβγαινε από το φουαγιέ του γραφείου του, συνηθισμένος πια στις πρωινές της εμφανίσεις. Τον χαιρέτισε κι εκείνη, στο δρόμο  για την τραπεζαρία, για τον συνηθισμένο  καφέ. Έπειτα κάτι άστραψε στο μυαλό της και κοντοστάθηκε.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη».
      Γυρίζοντας πρόσεξε το Θράσο να έχει σταθεί και να την παρατηρεί. Το μυαλό της όμως ήταν αλλού παγιδευμένο.
      «Κύριε Ουσταμπασίδη. Οι φωτογραφίες αυτές; Είναι από το νησί».
      Στράφηκε στον τοίχο που του υπέδειξε και γύρισε πάλι στην Αθηνά.
      «Σου έκαναν εντύπωση τα κυκλάμινα. Είναι από τα παράδοξα του τόπου. Όχι για μας, γι’ αυτούς που τα πρωτοαντικρίζουν. Με το που πέφτουν οι ζέστες, σκεπάζουν τα πάντα. Και ανάμεσα στις ελιές είναι λες και έχουν βρει τον φυσικό τους χώρο».
      «Το αγριοκυκλάμινο είναι πολύ χρήσιμο στην ιατρική και στην κοσμετολογία», μονολόγησε σχεδόν εκείνη.
      «Και είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλλιεργηθεί», μουρμούρισε καθώς απομακρύνθηκε σκεπτική.
      Της ήταν πολύ δύσκολο να μείνει ήρεμη και να πιεί τον καφέ της. Ήθελε εσπευσμένα να τιθασεύσει αυτό που σα θύελλα σάρωνε τις σκέψεις της. Θα χρειαζόταν έναν υπολογιστή και σύνδεση αλλά το ξενοδοχείο ήταν πολύ παρωχημένο σε σχέση με τέτοιου είδους ανέσεις.
      Έκανε να σηκωθεί, είδε το ρολόι της και αποφάνθηκε πως ήταν πολύ νωρίς. Τότε είδε από το άνοιγμα της πόρτας το φουαγιέ και σηκώθηκε αποφασιστικά.
      Ο Θράσος στράφηκε, όταν αισθάνθηκε την παρουσία της.
      «Θα μπορούσα σε κάποιο διάλειμμά σας να χρησιμοποιήσω για λίγο τον υπολογιστή;».
      «Ο κύριος Ουσταμπασίδης δεν κάνει διαλείμματα», ακούστηκε η ζεστή φωνή του Μάνου πίσω της.
       «Αλλά αν μου υποσχεθείς ότι θα φας κάτι παραπάνω από τον καφέ που είναι παρατημένος στο τραπέζι σου, θα σου φέρω εγώ το φορητό μου».
      Η Αθηνά χαμογέλασε κι ο Θράσος γύρισε στη δουλειά του. Σκεφτόταν πώς ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζε το χαμόγελό της. Κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη φωτεινή αύρα που τύλιγε τον Μάνο.
      Σε λίγο ο φορητός του υπολογιστής άνοιγε μπροστά της στο τραπέζι και δεν πέρασε πολύ ώρα μέχρι που ο Μάνος έφτασε κουβαλώντας ένα δίσκο στα χέρια του, φορτωμένος με ένα πλούσιο πρωινό. Αν δεν της υπενθύμιζε την υπόσχεσή της, ούτε που θα τον πρόσεχε.






      Το επόμενο πρωινό η Ραλλού σηκώθηκε και μπήκε στο μπάνιο έπειτα από μια άγρυπνη βραδιά. Άφησε το δροσερό νερό να ξεπλύνει το κάθιδρο σώμα της και την στιγμή που η ζάλη την κυρίευε στηρίχτηκε στον τοίχο. Καθώς τα πόδια της λύνονταν και το κεφάλι της έγερνε σα να μην στηριζόταν πουθενά, η θέα της κοιλιάς της που ακόμη δεν είχε αρχίσει να καμπυλώνει έδρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα επάνω της.
      Τα πόδια της ορθώθηκαν στο δάπεδο της μπανιέρας και το κορμί της υψώθηκε. Βγήκε από το μπάνιο τυλιγμένη στην πετσέτα της και άρχισε να ντύνεται.
      Με τα μαλλιά βρεγμένα ακόμη κατευθύνθηκε στην κουζίνα κι έδωσε ένα φάκελο στο Λενιώ.
      «Κατέβα στο ναυπηγείο και κοίτα για τον κύριό σου. Αν δεν τον βρεις, δώσε στον πατέρα του αυτόν τον φάκελο. Είναι επείγον», συμπλήρωσε με μια ατάραχη ηρεμία. Μέσα της πάλευαν οι τύψεις της που έκρυβε πράγματα απ’ το Λενιώ. Καλύτερα γι’ αυτήν, είχε σκεφτεί.
      Το ύφος όμως της Λενιώς άφηνε αμφιβολίες για το ποια προστάτευε ποια. Την κοίταξε αποφασιστικά και την έσπρωξε στο δωμάτιό της.
      «Ότι θες θα γίνει κυρά μου. Είσαι όμως εξαντλημένη. Ξάπλωσε στο κρεβάτι κι εγώ θα τρέξω, αφού πρώτα στείλω  το γιατρό. Τρελάθηκες όλη νύχτα από την αγωνία σου, έτσι θα πω».
      Την ανάγκασε να ξαπλώσει χωρίς δεύτερη κουβέντα και κατεβαίνοντας στο λιμάνι πέρασε από το σπίτι των Μαλτέζων. Αναστάτωσε τον κόσμο και πρόσταξε πώς κάποιος θα έπρεπε να μείνει με την κυρά της που την άφησε σε κακό χάλι, όσο η ίδια θα πήγαινε να βρει τον κύριό της.
      Η μητέρα του Δημήτρη, εκνευρισμένη φανερά και σφίγγοντας τα χείλη, τράβηξε για το σπίτι του γιού της. Εκεί βρέθηκε να ανεβαίνει στο κατόπι του Εφραιμίδη, του οικογενειακού γιατρού τους, ο οποίος έσπευσε να την ενημερώσει πώς ότι και να συνέβαινε έπρεπε αυστηρά να μείνει έξω από το δωμάτιο της νύφης τους. Η κατάστασή της ήταν άκρως επικίνδυνη και της εκμυστηρεύτηκε πώς η υπηρεσία της του είχε αναφέρει κάτι για αιμορραγία.
       Η μητέρα του Δημήτρη δάγκωσε ακόμη πιο βαθιά τα χείλη. Έλπιζαν όλοι τους πως με το γάμο του γιου τους θα κλείνανε κάποια στόματα που έλεγαν διάφορα για το γιο της. Πράγματα που την τρόμαζαν, μα πιο πολύ την ντρόπιαζαν, ντρόπιαζαν τη θέση τους. Ίσως τελικά να μην το είχαν καταφέρει.
      Χαιρέτησε τη νύφη της με τυπικό ενδιαφέρον και δεν τόλμησε να την ρωτήσει τίποτε. Η Ραλλού θαύμασε το μυαλό της Λενιώς που προέβλεψε να καλέσει τον Εφραιμίδη.
      Ο γιατρός την ακροάστηκε, ακούμπησε το μέτωπό της και της είπε πως μοναδικό της χρέος είναι να προφυλάξει την υγεία του μωρού.
      «Ότι και να γίνει, άστο μακριά σου. Από εσένα εξαρτάται η ζωή του κόρη μου».
      Η Ραλλού έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το χλωμό κεφάλι στο μαξιλάρι.
      Τις επόμενες ημέρες στο νησί επικράτησε πρωτόγνωρος αναβρασμός, αλλά το Λενιώ δεν επέτρεψε τίποτε απ’ όλα όσα ακούστηκαν να περάσουν το κατώφλι του σπιτιού τους.
       Ίχνη δεν βρέθηκαν πουθενά, κι όλοι θεώρησαν πως ο νεαρός Μαλτέζος είχε βρει το τέλος που του άξιζε. Οι φήμες που οργίαζαν και η ντροπή που έπεφτε επάνω τους και τους τύλιξε οδήγησαν την οικογένειά του να απλώσουν τα πλοκάμια τους πολύ μακριά και τα πάντα να πνιγούν στη σιωπή.
      Αόριστες κουβέντες για ατύχημα ακούστηκαν και η σιωπή τους, οδήγησε αργά βέβαια στην αποσιώπηση και στο κουκούλωμα.
      Και ήρθε η μέρα που η Ραλλού μάζεψε το κουράγιο της και σηκώθηκε αργά. Τράβηξε προς το γραφείο του Δημήτρη αφού πρώτα ζήτησε από το Λενιώ να της ψήσει ένα καφεδάκι.
      Άνοιξε τα συρτάρια, βρήκε το κλειδί για το χρηματοκιβώτιο και άρχισε να αραδιάζει τα χαρτιά μπροστά της. Από τούτα δω τα χαρτιά κρέμεται το μέλλον του παιδιού μου, σκέφτηκε και ασυναίσθητα ακούμπησε την παλάμη της πάνω στην κοιλιά της. Έπειτα άπλωσε το χέρι στο τηλέφωνο και κάλεσε το δικηγόρο του πατέρα της στο νησί.







      Ο ήλιος ήταν καυτός, όπως είναι πάντα ο ήλιος κάτω απ’ τα λιόδεντρα. Λες και η ελιά δεν κρατά τον ήλιο απ’ έξω, αλλά ρουφά και το τελευταίο του μόριο. Ίσως αυτό να είναι και ο λόγος που στέκεται στο καταχείμωνο το ίδιο σθεναρή, γεμάτη ζωή. Σα να έχει ρουφήξει και να φυλά καλά την ίδια την ουσία της ζωής μέσα της.
      Κι όπως η Αθηνά περπατούσε ανάμεσα στους ελαιώνες συνέχιζε να αισθάνεται ότι βαδίζει κάτω από το άπλετο φως του ήλιου, λες και τα χαμηλά κλαριά των λιόδεντρων απλώνονταν αόρατα επάνω της.
      Έφτασε στο πέτρινο κτίσμα κι αφού άνοιξε την πόρτα, άνοιξε διάπλατα και τα παραθυρόφυλλα. Ο ζεστός αέρας άρχισε να διαχέεται μέσα στη δροσερή αποθήκη και χτένισε με το βλέμμα το χώρο.
      Το μάτι της έπεσε πάνω σε μία ομάδα εργαλείων που ήξερε ότι τα είχε δει κάποια στιγμή τις προηγούμενες ημέρες, απλά δεν τους είχε δώσει σημασία. Πλησίασε και διάλεξε μια τσάπα. Κούνησε για λίγο το στειλιάρι για να δει αν ήταν καλά στερεωμένο.
      Βγήκε έξω, προχώρησε λίγο και άρχισε να τσαπίζει ελαφρά το στεγνό χώμα. Στην αρχή απαλά, λες και το γρατζουνούσε. Στη συνέχεια λίγα εκατοστά πιο κάτω, προσεκτικά πάντα λες και φοβόταν μήπως το πληγώσει.
      Ένιωσε μια μεστή μυρωδιά να αναδύεται καθώς σκάλιζε τα σωθικά της γης. Κάτι τράβηξε την προσοχή της, γονάτισε κι άρχισε με τα χέρια τώρα να παραμερίζει το χώμα, να το σκουπίζει, για ν’ ανακαλύψει από κάτω αυτό που έψαχνε. Βολβοί.       Ξέθαψε έναν προσεκτικά και χωρίς να απομακρύνει τις ρίζες και το χώμα.
      Ένιωθε τη θάλασσα να αχνίζει πιο κάτω, τα πολύτιμα δέντρα της ελιάς πάνωθε. Και κρατούσε στα χέρια της τούτο τον βολβό, τυλίγοντας τον σε ένα χαρτομάντιλο, ώστε να τον προστατέψει τώρα που τον απομάκρυνε από το περιβάλλον που ξεκουραζόταν με ασφάλεια.
      Μηχανικά άρχισε να χαϊδεύει το χώμα με τις παλάμες της,  για να το ξαναστρώσει πάλι στη θέση του, όταν τα δάχτυλά της σκάλωσαν σε κάτι σκληρό. Πέτρα υπέθεσε.
      Χωρίς να σκέφτεται συνέχισε να προσπαθεί να την μετακινήσει λες και ήταν το σημαντικότερο πράγμα του κόσμου εκείνη τη στιγμή. Η πέτρα έμοιαζε καλά στερεωμένη, ίσως να ήταν η κορυφή κάποιας μεγαλύτερης. Το μόνο που κατάφερε ήταν να την ξεσκεπάσει ακόμη περισσότερο.
      Παραξενεμένη, κοίταξε προσεκτικά. Κάτι παράδοξο υπήρχε, μία ασυνέχεια σε ένα σημείο που είχε αποκαλυφθεί. Άρχισε αργά να διώχνει το χώμα από γύρω, χρησιμοποιώντας ένα ξύλο που είχε βρει λίγο πιο πέρα. Το αντικείμενο πήρε να αποκαλύπτεται και το κοιτούσε αφηρημένη αρκετή ώρα προτού  καταλάβει τι αντίκριζε.
      Η ανάσα έσβησε στο στήθος της και έπεσε σχεδόν πίσω. Χρειάστηκε να στερεώσει γερά τα χέρια της κάτω, προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή της.
      Αυτό που είχε ξεσκεπάσει στην αδέξια προσπάθειά της ήταν τα οστά των δαχτύλων  και το μετακάρπιο ενός ανθρώπινου χεριού.
      Ένιωσε το στόμα της να στεγνώνει, όλο το είναι της να στεγνώνει και ήθελε απεγνωσμένα νερό. Σύρθηκε όπως καθόταν κατάχαμα προς τα πίσω, μην τολμώντας να αφήσει από τα μάτια της το απρόσμενο τούτο εύρημα. Σα να φοβόταν πως μόλις στρέψει το βλέμμα θα εξαφανιστεί.
      Έφτασε στο κτίσμα, σηκώθηκε κι έπιασε το σακίδιο που είχε παρατήσει δίπλα στο άνοιγμα της πόρτας.  Έβαλε το χέρι μέσα και με νευρικές κινήσεις κατάφερε να ξεθάψει ένα μπουκάλι. Το σήκωσε και ήπιε αφήνοντας ρυάκια νερού να κυλούν επάνω της.
      Στηρίχτηκε στην κάσα της πόρτας και με το βλέμμα σταθερά μπροστά άρχισε να αναρωτιέται. Τι έπρεπε να κάνει;
      Να καλέσει την αστυνομία; Είχε άραγε το εύρημά της κάποια σχέση με τον παππού της; Και τι σημασία θα μπορούσε να έχει αυτό, τόσα χρόνια μετά το θάνατό του;
      Οι σκέψεις γέμιζαν το μυαλό της σα σκουπίδια. Τοξικές ουσίες που την δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο να δει ξεκάθαρα.
      Τράβηξε και πάλι προς το σημείο όπου είχε αποκαλυφθεί το παράξενο λείψανο και με τα χέρια της προσεκτικά, το σκέπασε καλά. Έπειτα το πάτησε με τις παλάμες της, σηκώθηκε και μην έχοντας πουθενά μέρος για να πλυθεί, κλείδωσε την πόρτα, φορτώθηκε το σακίδιο και κίνησε για την χώρα.








      Όλοι βρίσκονταν σε πυρετώδη προετοιμασία για τα εγκαίνια. Τα διευθυντικά στελέχη της εταιρίας είχαν καταφτάσει λίγες μέρες νωρίτερα μόνο για να οργανώσουν τις εκδηλώσεις, τα γεύματα και τις χοροεσπερίδες.
      Ο Θράσος επέμενε στην οργάνωση  ενός νυχτερινού γύρου του νησιού με τις μεγάλες βάρκες που χρησιμοποιούνταν για ψάρεμα ή για να περνούν απέναντι. Ο χρόνος θα ήταν ιδανικός, σε τρεις μέρες που το φεγγάρι θα ήταν ολόγιομο.
      Σε μία βάρκα θα μετέβαινε η μαντολινάτα του νησιού, ενώ κάθε βάρκα θα φιλοξενούσε τέσσερις καλεσμένους και έναν σερβιτόρο. Καθώς και ένα μεγάλο καλάθι με καλούδια από την κουζίνα της Θεανώς.
      Το σχέδιό του ήταν οργανωμένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Η Θεανώ είχε λεηλατήσει σχεδόν ολάκερο το νησί από τα μεγάλα καλάθια που είχαν για το μάζεμα της ελιάς.
      Το μενού το είχε επιμεληθεί μόνη της με την βοήθεια του Θράσου. Κρασί ντόπιο, εμφιαλωμένο σε λιτές σκούρες φιάλες. Λιτή μοσχομυριστή κοτόπιτα με μοσχοκάρυδο και μυζήθρα και για επιδόρπιο ένα ελαφρύ γιαούρτι με ολόφρεσκα αρωματικά πεπόνια και μέλι.
      Το κρασί λευκό και κρυστάλλινο και η Θεανώ το προμηθεύτηκε από ένα γείτονά της που είχε αναγάγει την παρασκευή του κρασιού από τα αμπέλια του σε μυσταγωγία. Όταν σήκωνες το ποτήρι, ένα άρωμα καλοκαιρινής στεγνής γης και αγριολούλουδων σε συνεπαίρνανε.
      Η Θεανώ δεν άφησε κανέναν να επέμβει στα καλάθια της. Τα είχε στρώσει όλα με υφαντά ριγωτά υφάσματα, στερέωσε γύρω στα πλαϊνά τους λινές πετσέτες και τοποθέτησε στο κέντρο προσεκτικά τα τρόφιμα και το κρασί, ενώ σε ένα δίσκο επάνω τους στερέωσε προσεκτικά τέσσερα ποτήρια.
      Οι σερβιτόροι έχοντας υποστεί αυστηρή εκπαίδευση από την ίδια τη Θεανώ, αλλά και το Θράσο αναφορικά με το σερβίρισμα του κρασιού, κατέβηκαν τη μέρα εκείνη ίδιοι πάνοπλοι φρουροί κρατώντας το καλάθι τους σαν πολύτιμο λάφυρο.
      Επιβιβάστηκαν στις βάρκες και μαζί με τους ιδιοκτήτες τους περίμεναν τις παρέες να κατέβουν στο μικρό λιμανάκι κάτω από το ξενοδοχείο για να αναχωρήσουν.
      Σε μια βάρκα η μαντολινάτα και σε μία άλλη ο ίδιος ο Θράσος, εφοδιασμένος με επιπλέον προμήθειες και οτιδήποτε θα ήταν πιθανόν να προκύψει κατά τη διάρκεια της βραδιάς.
      Οι καλεσμένοι κατηφόρισαν απαστράπτοντες προς το λιμάνι, το φεγγάρι είχε μόλις αρχίσει να φωτίζει τον ουρανό και το φως του έγερνε πάνω στα νερά.
      Γλυκά έσχιζαν την άπνοη σχεδόν ατμόσφαιρα οι ήχοι από τα μαντολίνα παίζοντας νοσταλγικές μελωδίες. Το γαλήνιο φως του δειλινού ασήμωνε τα νερά που γυάλιζαν ακίνητα ωσάν καθρέφτες και οι φιλοξενούμενοί τους ξεκίνησαν εκστασιασμένοι.
      Ήταν μια νύχτα μαγική, το φεγγάρι μόνο επάνω τους, τα λιγοστά φώτα του νησιού και αυτού απέναντι να φωτίζουν σα διαμάντια στην επιφάνεια της θάλασσας.
     Την μεθεπόμενη κιόλας ημέρα μεγάλη εφημερίδα της Αθήνας περιέγραφε έναν κρυμμένο θησαυρό στο Αιγαίο. Η σύζυγος του Υπουργού τουρισμού ασκούσε τη δημοσιογραφία, όχι βιοποριστικά, αλλά ως κοσμική κυρία που ήθελε να γεμίσει το χρόνο της. Μία ολόκληρη σελίδα κάλυψαν οι περιγραφές της και οι φωτογραφίες που είχε τραβήξει.
      Παρά την εμφανή επιτυχία της χοροεσπερίδας που γεμάτη λάμψη είχε δοθεί το προηγούμενο βράδυ και φιλοξένησε πέρα από τους καλεσμένους τους κάθε επιφανή προσωπικότητα του οικονομικού και πολιτικού βίου του τόπου, αυτό ήταν που είχε κάνει τη ζυγαριά να γείρει προς το μέρος τους. Κατάφεραν να τους δείξουν τον τόπο τους μέσα από τα δικά τους μάτια.
      Όταν το ίδιο βράδυ οι καλεσμένοι σαν μαγεμένοι ακόμη αποχωρούσαν στα δωμάτιά τους, ο διευθυντής τον κράτησε πίσω.
      «Θα είμαι ήσυχος με εσένα εδώ κύριε Ουσταμπασίδη. Να ξέρεις πως για ότι χρειαστείς  είμαι δίπλα σου».
      Ο Θράσος κατευθύνθηκε ήρεμος στο δωμάτιό του. Ήθελε να μπορεί να μοιραστεί τη χαρά του. Χαμογέλασε θλιμμένα καθώς ήξερε πως ο Μάνος δε θα μπορούσε να είναι ποτέ δίπλα του, η καθημερινότητά τους δε θα ήταν κάτι που θα μπορούσαν να μοιραστούν. Πάραυτα τον αισθανόταν πιο δίπλα του από ότι είχε αισθανθεί ποτέ κάποιον σε όλη του τη ζωή.







       Ο δικηγόρος του πατέρα της ήρθε άμεσα στο κάλεσμα της Ραλλούς. Έμεινε δύο εβδομάδες στο σπίτι της και όταν έφυγε η Ραλλού ήταν υπεύθυνη για κάθε περιουσιακό και εργασιακό ζήτημα.
      Θα ήταν μία ενδιάμεση κατάσταση, καθώς ο Δημήτρης ήταν αγνοούμενος αλλά όχι νεκρός. Αυτό όμως δεν την εμπόδιζε από την πλήρη διαχείριση της περιουσίας του και του ναυπηγείου.
      Τα παραπάνω, τα οποία ανέρχονταν σε αμύθητα για το νου της ποσά και ακίνητα, είχαν περάσει πριν το γάμο στα χέρια του Δημήτρη και για το επόμενο διάστημα θα τα διαχειριζόταν έως ότου να περάσει ο νομικά απαιτούμενος χρόνος για να θεωρηθεί νεκρός ο Δημήτρης.
      Έτσι, όταν κατέβηκε συνοδευόμενη από τον κύριο Αντώνη τον Αβραμίδη, το δικηγόρο του πατέρα της, που το γαλήνιο βλέμμα του και το λευκό του κεφάλι την γέμιζε ηρεμία, στο ναυπηγείο, ήταν ψύχραιμη σαν πέτρα.
      Ο πατέρας του Δημήτρη έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο στο θέαμά τους.
      «Πατέρα», πρόλαβε τον Αβραμίδη δίπλα της.
      «Θα εκτιμούσα πολύ αν μένατε δίπλα μου για κάποιο διάστημα, ωσότου να εξοικειωθώ με τα πράγματα εδώ. Όπως θα κάνει και ο κύριος Αβραμίδης, ο δικηγόρος μου. Αν όμως πιστεύετε πως δεν μπορείτε, θα σας παρακαλέσω να μαζέψετε σήμερα κιόλας τα πράγματά σας».
      Ο πεθερός της προσπάθησε να βρει την αναπνοή του και κάθισε κάποια στιγμή κουρασμένος στην καρέκλα πίσω του. Η Ραλλού πήγε και του έφερε ένα ποτήρι νερό από δίπλα. Το κατέβασε μονορούφι και της έγνεψε ένα ευχαριστώ με το κεφάλι του.
      Στις επόμενες εβδομάδες με τον Αβραμίδη φρουρό, σωστό άγρυπνο θηρίο να χτενίζει με μάτι εξεταστικό το χώρο που η Ραλλού κινούνταν, κατάφεραν να βάλουν τα πάντα σε τάξη.
      Ο πεθερός της μετά το αρχικό σοκ έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια να τους αποκαλύψει ότι αφορούσε τη δουλειά, μα και τους ανθρώπους της. Της είπε σε ποιους μπορούσε να βασιστεί, ποιοι πονούσαν το ναυπηγείο σα να ήταν η ψυχή τους.
      Και όταν η γυναίκα του έθεσε βέτο, της είπε πώς του έμεινε ένα παιδί και ένα εγγόνι και αν δεν της αρέσει θα φύγει από το σπίτι και θα μείνει στο ναυπηγείο. Και ότι ο Δημήτρης, που μέσω αυτού την εκβίαζε μια ολόκληρη ζωή είχε φύγει, και δεν υπήρχε πια τρόπος να περάσει το δικό της.
      Αυτή τη φορά ήταν εκείνη που έσκυψε το κεφάλι ηττημένη, ερείπιο πια διαλυμένο από το χαμό του γιου της. Του γιου αυτού που πάντα είχε μια παθολογική αδυναμία, που την έκανε να κωφεύει και να αρνείται να δει την αρρωστημένη ψυχή που κουβαλούσε.
      Κι όταν μια μέρα η Ραλλού ολοκλήρωσε το κλείσιμο μιας συνεργασίας, αναλαμβάνοντας την κατασκευή ενός ολόκληρου στόλου από μεγάλα σύγχρονα καΐκια, τον είδε να την παρακολουθεί από το γραφείο του και στο βλέμμα του σπίθιζε η περηφάνια. Η Ραλλού αισθάνθηκε σα να αλάφρωσε ο αέρας και να μπόρεσε για πρώτη φορά να ανασάνει.
      Τράβηξε στη μικρή κουζινούλα ανάμεσα στα γραφεία τους και έψησε δύο καφέδες, παρότι η γραμματέας τους πήγε να την προλάβει. Τους έβαλε σε έναν δίσκο και τράβηξε προς το γραφείο του.
      «Θαρρώ τον δικαιούμαστε», του είπε και κάθισαν να τον πιουν στο παράθυρο, που έπιανε σχεδόν όλο τον τοίχο μπροστά στη θάλασσα σε μια συντροφική σιωπή.






      Η Αθηνά δεν είχε το κουράγιο να επιστρέψει στο ξενοδοχείο. Το χώμα είχε κολλήσει επάνω της, τα χέρια της ήταν βρώμικα κι ένιωθε πως είχε ακουμπήσει το θάνατο.
      Τράβηξε προς το σπίτι της και με το που βάδισε μέσα στη δροσερή του γαλήνη, σφάλισε την πόρτα πίσω της. Ο Μάνος είχε ανοίξει τις προάλλες το ρολόι του νερού θέλοντας να ελέγξει τα υδραυλικά του. Κατευθύνθηκε μέσα στο υποτυπώδες μπάνιο και μπήκε στην μπανιέρα.
      Άφησε το κρύο νερό να τρέχει πάνω της ώρα πολύ. Στη συνέχεια βγήκε και τριγύρισε ανακουφισμένη αφήνοντας το νερό να στραγγίζει στο σώμα της. Στο μυαλό της τριγύριζαν σκέψεις σαν μυγάκια που βούιζαν ασταμάτητα.
      Τι ήταν αυτό που είχε αντικρύσει; Τι συνέβαινε; Τι ήταν φρόνιμο να φανερώσει και τι να αποκρύψει; Και τι την έκανε τώρα αυτό; Συγκάλυπτε κάποιο έγκλημα;
      Το νερό και η δροσιά του σπιτιού την είχαν ηρεμήσει λίγο και φόρεσε τα ρούχα της, με το δέρμα ακόμη νωπό. Σκέφτηκε να ξαναψάξει το σπίτι μήπως και είχε να της δώσει απαντήσεις για το αλλόκοτο τούτο που την είχε βρει.
      Μα ξάφνου ένιωσε να τυλίγει τα μέλη της μια γλυκιά αδυναμία. Έκλεισε όπως όπως την πόρτα πίσω της και τράβηξε για το ξενοδοχείο.
      Σε λιγότερο από δέκα λεπτά ήταν ήδη στο δωμάτιό της. Πέταξε τα βρώμικα ρούχα της στο μπάνιο κι έπειτα έπεσε σ’ έναν ύπνο βαθύ σαν από αρρώστια και δεν ξύπνησε παρά την επομένη το πρωί.






      Η εγκυμοσύνη της ήταν από τις ωραιότερες περιόδους της ζωής της εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τα μάγουλά της ρόδισαν, τα μάτια της ήταν πάντα φωτεινά.  Ήταν λες κι ένα φως ξεχυνόταν από κάθε μόριο του κορμιού της.
      Ίσως οφειλόταν στο πως για πρώτη φορά στη ζωή της ήταν πραγματικά ελεύθερη. Ελεύθερη να αναπνεύσει, μακριά από το βαρύ ίσκιο της Εριφύλης και την αρρωστημένη ατμόσφαιρα του καινούριου της σπιτιού.
      Νωρίς το απόγευμα και παρά τις διαμαρτυρίες του πεθερού της βρισκόταν στο γραφείο. Ήρεμη και αεικίνητη ταυτόχρονα, με την κοιλιά να υψώνεται μπροστά σαν προπομπός.
      Το Λενιώ διαμαρτυρότανε που πήγαινε ακόμη στη δουλειά. Ο πεθερός της την βεβαίωνε συνέχεια πώς θα την αντικαθιστούσε και για χρόνια αν χρειαζότανε, εξάλλου κάθε μήνα η Ραλλού κατέθετε στο λογαριασμό του ένα σεβαστό ποσό. Το μερίδιο του στην επιχείρηση ήταν μηδαμινό, στοις τύποις επί της ουσίας.
      Όμως η Ραλλού ρουφούσε τη νέα της τούτη ζωή αχόρταγα λες και μπορούσε να αναπληρώσει τώρα πια τα χρόνια που της στερήθηκαν.
      Κάποια μέρα φώναξε τη γραμματέα της.
      «Υπάρχει στο ναυπηγείο κάποιος εργαζόμενος ονόματι Κωστής Στρατάκης;».
      «Μάλιστα κυρία Μαλτέζου. Είναι πισαδόρος θαρρώ».
      «Πες του σε παρακαλώ το μεσημέρι φεύγοντας να περάσει από το γραφείο μου».
      Το ίδιο μεσημέρι, απόγευμα σχεδόν, διάβαινε την πόρτα της.
      Η Ραλλού του ζήτησε να καθίσει και του προσέφερε λίγο ούζο και δυο τρεις σαρδελίτσες για μεζέ. Υπήρχαν πάντα πρόχειρα στο γραφείο της, για τον κυρ Αναστάση.
      «Πώς τα πάτε κυρ Κώστα με την καινούρια παρτίδα. Πιστεύεις θα καταφέρουμε να ολοκληρώσουμε μέσα στις προθεσμίες;».
      «Φυσικά κυρά», έκανε εκείνος ταραγμένος. «Όλα είναι προγραμματισμένα και δουλεύουν σα ρολόι».
      «Χαίρομαι που το ακούω. Για πες μου όμως.. Η οικογένειά σου; Έχεις παιδιά κυρ Κώστα;».
      Το πρόσωπό του φώτισε ξαφνικά.
      «Έχω κυρά. Το Νικόλα μου στα δεκατέσσερα. Και την Φωτεινούλα μου στα οχτώ».
      Η Ραλλού είχε σηκωθεί από το γραφείο της και είχε καθίσει στην καρέκλα απέναντί του.
      «Αλήθεια; Να τα χαίρεσαι. Και πώς τα πάνε; Με το σχολείο τους;».
      «Καλά κυρά, αλλά ξέρεις τώρα. Δύσκολα τα βγάζουμε πέρα. Ο Νικόλας θέλει να αφήσει το γυμνάσιο να έρθει στη δουλειά. Η κυρά μου στενοχωριέται γιατί είναι καλός στα γράμματα, μα τι να κάμεις. Έτσι είναι η ζωή μας εδώ. Ο άντρας πρέπει να μάθει να βγάζει το ψωμί του», ολοκλήρωσε εκείνος και η φράση του είχε μια ηρεμία στην στωικότητα με την οποία αποδεχόταν τη μοίρα του.
      Η Ραλλού τον κοίταξε χαμογελώντας του καθησυχαστικά.
      «Πολλοί τρόποι υπάρχουν για να βγάλει κανείς το ψωμί του κυρ Κώστα. Ένας απ’ αυτούς είναι και η μόρφωση. Άκου τι λέω. Στείλε μου το Νικόλα να με βοηθάει τα Σαββατοκύριακα στο γραφείο και να κερδίζει το χαρτζιλίκι του. Αλλά με έναν όρο. Το γυμνάσιο δεν θα τ’ αφήσει. Μου το υπόσχεσαι;».
      Σάστισε ο άνθρωπος. Την πόρτα τούτη κανείς δεν την περνούσε από τότε που το νεαρό αφεντικό τους είχε αρχίσει να δουλεύει στην επιχείρηση. Τον απέφευγαν σαν τον διάολο το λιβάνι. Η πρόταση της Ραλλούς τον άφησε άφωνο.
      «Σύμφωνοι κυρ Κώστα;», συμπλήρωσε χαμηλόφωνα εκείνη μην τον τρομάξει.
      Της ένεψε καταφατικά ενώ μέσα στο μυαλό του έπλαθε όνειρα για τα νέα που θα έφερνε σήμερα στην οικογένειά του και στην κυρά του.