Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Ο' ΚΕΦΑΛΑΙΟ




     Όταν ο Ήλιος πέρασε από την Πύλη που έκλεινε πίσω της την εναλλακτική χώρα, το φως του ξεχύθηκε άπλετο. Όρμησε ασυγκράτητο κι απλώθηκε πρόθυμο να χαϊδέψει τα πάντα. Να ζεστάνει το σκοτάδι. Να γιατρέψει πληγές. Να γιάνει αρρώστους.
     Άπλωσε το ζεστό του χέρι να απαλύνει κάθε πόνο. Τα δέντρα τέντωσαν τα στεγνά κλαδιά τους σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ρουφήξουν όση ζωή μπορούσαν. Τα ταλαιπωρημένα ζώα βγήκαν από τις τρύπες που είχαν κρυφτεί  κι άπλωσαν αποκαμωμένα τα μέλη τους στον Ήλιο. Οι μύγες που απελπισμένες είχαν πέσει χάμω περιμένοντας το τέλος τους, σηκώθηκαν κι άρχισαν να στροβιλίζονται σαν τρελαμένες στο γαϊτανάκι του Ήλιου.
     Κι ο Ήλιος προχωρούσε. Ανέβαινε όλο και πιο ψηλά για να μπορεί να φωτίσει από κει κάθε μακρινή γωνιά της γης. Να την ζεστάνει και να φυσήξει πάλι τη ζωή στα σπλάχνα της.
     Κι έφτασε και στην Ηλιοστάλαχτη. Οι αχτίδες του χύθηκαν σαν τρελές πάνω στα ηλιοτρόπια που είχαν γείρει τα κεφάλια τους πάνω στο χώμα. Δειλά δειλά εκείνα στράφηκαν προς τα πάνω και άρχισαν να υψώνονται αργά καταβάλλοντας μεγάλο κόπο, προσπαθώντας να φτάσουν όσο πιο κοντά του μπορούσαν.
     Οι πρώτοι πολίτες της πολιτείας μας που κατάλαβαν την άφιξή του και ξεχύθηκαν στους δρόμους ήταν οι γάτες της. Ξάφνου οι δρόμοι γιόμισαν γάτες. Γάτες κόκκινες και μαύρες, τιγρέ και παρδαλές, Σιαμαίες και κεραμιδόγατες.
     Έπιασαν κάθε ηλιόλουστη γωνιά, απλώθηκαν ραχατλίδικα και άρχισαν να τεντώνουν τα μέλη τους και να γλείφονται. Να γλείφονται ασταμάτητα. Και αφού είχαν πλυθεί ολάκερες δυο και τρεις φορές να ξαναγλείφονται από την αρχή.
     Οι δε σκύλοι να ‘χουν ξαπλαρωθεί βαριεστημένα δίπλα τους και να τις χαζεύουν να επιδίδονται σ’ αυτό το όργιο καθαριότητας. Μια δε με γκριζωπή γούνα, εκεί που δήθεν απλωνότανε, έριξε μια σφαλιάρα σ’ έναν ρεμπεσκέ κόπρο που ‘χε αράξει δίπλα της κι αυτός ούτε που την πήρε στο κυνηγητό. Άσε που μου φάνηκε πως η μουσούδα του συσπάστηκε σ’ ένα χαμόγελο.
     Τα πουλιά ξεχύθηκαν στους ουρανούς σ’ ένα οργιαστικό πανηγύρι. Χάλαγε ο κόσμος από τις φωνές τους και τα κελαηδήματά τους. Να φωνάζει ο κότσυφας, να γουργουρίζει το περιστέρι και να ξελαρυγγίζεται να κράζει η κίσσα. Και τα κοκόρια; Που ξανακούστηκε να λαλούν κοκόρια μέρα μεσημέρι; Να ‘χουν βαλθεί να τρελάνουν την πλάση με τα κικιρίκου  τους!
     Τότε άρχισαν να σκαν δειλά δειλά μύτη οι άνθρωποι από τα σπίτια τους. Από την φασαρία που είχε ξεσπάσει ξύπνησαν απ’ τον εξαντλημένο ύπνο τους, κι αφού κατάλαβαν πως κάτι πρέπει να συμβαίνει κατέβηκαν απ’ τα κρεβάτια τους. Άνοιξαν τις πόρτες τους και πρόβαλλαν διστακτικά.
     Στην αρχή δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι τρέχει. Έμοιαζαν να τα ‘χουν εντελώς χαμένα. Πισωπάτησαν, όταν το δυνατό φως τους χτύπησε στα μάτια. Μετά από τόσον καιρό στο απόλυτο σκοτάδι δεν μπορούσαν να το ανεχτούν.
     Πέρασε λίγη ώρα κι έπειτα άρχισαν σιγά σιγά να συνηθίζουν και να ξεθαρρεύουν. Βάζοντας το χέρι τους αντήλιο βγήκαν από τα σπίτια. Προχώρησαν στις ρημαγμένες αυλές, βγήκαν στους μέχρι πριν από λίγο έρημους δρόμους. Κοιτάζονταν μεταξύ τους και κοίταζαν τους γείτονες τους λες και τους έβλεπαν για πρώτη φορά.
     Μέσα σε λίγη ώρα είχαν μαζευτεί όλη στην πλατεία. Κουβέντιαζαν ψιθυριστά  λες και φοβόταν πως ζούσαν ένα όνειρο, κι οι φωνές τους θα το σκορπούσαν μακριά.
     Η πλατεία αυτή δε θύμιζε σε τίποτα εκείνη που είχαν μαζευτεί λίγο καιρό πριν. Το περίπτερο που ‘ταν στην μια άκρη της έχασκε ξεχαρβαλωμένο. Μέσα του είχε αράξει ο Μένιος ο γάιδαρος του Σπαράγγη του μανάβη. Είχε καθίσει στα πίσω του πόδια, είχε ξαπλώσει το κεφάλι του πάνω στο ραφάκι και τα μπροστινά του πόδια κρέμονταν έξω απ’ το παραθυράκι. Μαζί του, στριμωγμένος μέσα στο περίπτερο όρθιος σχεδόν στο ένα του ποδάρι ο διοικητής της Πυροσβεστικής.
     Ο δήμαρχος, ο κύριος Θεοχάρης Ηλιού τον χάζευε απ’ έξω παραξενεμένος. Μια σκουντιά από πίσω τον τάραξε .
     «Τι στέκεσαι βρε με το στόμα ανοιχτό σαν τον χάνο; Άμε να βάλεις μία τάξη!», τον επέπληξε η κυρία Μαρίκα.
     Κούνησε το κεφάλι του, θαρρείς για να ξυπνήσει, και γύρισε στο καθήκον.
     «Συμπολίτες μου! Πολίτες της Ηλιοστάλαχτης πολιτείας! Όπως βλέπετε, μετά από τις επίμονες φροντίδες της αρχής της πόλης τούτης, ο Ήλιος επέστρεψε πίσω. Καλώ τις λοιπές αρχές, την αστυνομία, την πυροσβεστική ν’ ανέβουν στο βήμα», κόμπασε και ξερόβηξε να καθαρίσει δήθεν το λαιμό του.
     «Ε, μπάρμπα!», του φώναξε ένας κύριος μέσα απ’ τον κόσμο. «Για την αστυνομία μην κάνεις όρεξη! Τώρα που ερχόμουν είδα τον Κουνάβη να το σκάει άρον άρον. Τώρα θα ‘χει φτάσει στις Βερμούδες!», ανέλαβε να τον πληροφορήσει.
     Σούσουρο ξεσηκώθηκε μέσα στον κόσμο, όταν ξάφνου μια γυναίκα έβγαλε μια τσιρίδα και ύψωσε το χέρι της στον ουρανό. Αμέτρητα ζευγάρια μάτια υψώθηκαν για να δουν το πιο παράξενο θέαμα.
     Ένας δράκος και μια πελώρια ιπτάμενη αλεπού μ’ έναν πιτσιρικά καθισμένο επάνω της πετούσαν πάνω από την πόλη. Άρχισαν να χάνουν ύψος, έκαναν έναν κύκλο πάνω από την πλατεία και προσγειώθηκαν ανάμεσα στον κόσμο που πανικόβλητος άνοιξε χώρο ανάμεσά του.
     Από την αλεπού, που εσείς ξέρετε ποια ήταν, κατέβηκε ο Φοίβος. Κι όσοι ήταν κοντά τους, μπόρεσαν να δουν πως στο κεφάλι του δράκου ήταν καθισμένος ένας μπόμπιρας τόσο μικρούλης, όσο και μια  λιβελλούλα. Τον κρατούσε στοργικά στην αγκαλιά της μια κοπελίτσα μια ιδέα πιο μεγάλη απ’ αυτόν. Ήταν η Ελπίδα,  η μητέρα του.
     Ο κόσμος έμεινε άναυδος από το πρωτόγνωρο τούτο θέαμα. Δράκους και ιπτάμενες αλεπούδες δεν  έβλεπαν κάθε μέρα στην πόλη τους.
     Κρατώντας μιαν απόσταση ασφαλείας, για καλό και κακό που λέμε, περίμεναν να δουν τι θα γίνει.
     Τότε μια κραυγή έσκισε το πλήθος που παραμέρισε για να περάσει ανάμεσά του μια γυναίκα σε κατάσταση ξέφρενης χαράς.
     «Αγόρι μου! Φοίβε μου!», φώναζε η κυρία Μαρία και έτρεχε προς το μέρος του. Μα και κείνος με τη σειρά του, με πόδια που θαρρείς κι είχαν βγάλει φτερά έτρεχε να πέσει στην αγκαλιά της.
     Ρίχτηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κι άρχισαν τα φιλιά και τα λόγια αγάπης. Ο ένας χάιδευε τα μαλλιά του αλλουνού, ο άλλος το πρόσωπό του άλλου και τόση ήταν η ευτυχία τους, που τα πόδια τους δεν τους κρατούσαν πια κι αποκαμωμένοι κάθισαν κάτω χωρίς να μπορούν να χωριστούν.
     «Ε, όμορφε, ε! ψιτ σου λέω», ψιθύρισε ο φίλος του στ’ αυτί του.
     Ο Φοίβος στράφηκε και τον κοίταξε χαμογελώντας. Έπειτα γύρισε στη μητέρα του.
      «Να σου γνωρίσω τους φίλους μου. Χάρη σ’ αυτούς γύρισε ο Ήλιος πίσω».
     Σηκώθηκε κι έτεινε το χέρι στη μητέρα του για να σηκωθεί κι αυτή.
     «Αυτός είναι ο Πόθος. Κι αυτή η μητέρα του η Ελπίδα. Είχε χαθεί όταν χάθηκε ο Ήλιος, μα τώρα να την που γύρισε πάλι. Μόνο στο φως του Ήλιου ζει». Χαιρετήθηκαν μ’ ένα χαμογελαστό νεύμα.
     «Η Πασιφάη μας κουβαλούσε στα φτερά της όλον αυτόν τον καιρό. Χωρίς αυτήν θα θέλαμε χρόνια για να φτάσουμε στην κρυψώνα του Ήλιου».
     Η Πασιφάη υποκλίθηκε ευγενικά κι η κυρία Μαρία άπλωσε και χάιδεψε το μεταξένιο τρίχωμά της.
     «Κι ο Θανάσης. Αυτός είναι ο τελευταίος μας φίλος. Αποφάσισε να ‘ρθει να ζήσει στα λημέρια μας και τρελαίνεται για την μακαρονάδα».
     «Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ όλους που φροντίζατε τον Φοίβο μου. Για μένα θα ‘στε από δω και στο εξής παιδιά μου.
     «Κι όποτε λαχταράς μακαρονάδες να περνάς από το σπίτι», στράφηκε στον δράκο Θανάση. «Θα σου φτιάχνω μακαρονάδες τρεις φορές την ημέρα», του χαμογέλασε κι εκείνος μούγκρισε από ικανοποίηση κι ένα κόκκινο χρώμα απλώθηκε στα μάγουλά του.
     «Άντε πολύ μείναμε. Τι κάθεστε λοιπόν, πάμε!», έδωσε μια ο Πόθος και βρέθηκε πάνω στο κεφάλι του δράκου.
     «Άντε, είναι ώρα να σου δείξω το καινούριο σου σπίτι!».
     Έδωσαν μια και όλοι μαζί βρέθηκαν στον αέρα. Ο Φοίβος απέμεινε πίσω με την μητέρα του που ‘χε περάσει το χέρι στους ώμους του να τους κοιτά ν’ απομακρύνονται.
     «Ξέρεις το σπίτι μου!», ακούστηκε από ψηλά η φωνή του Πόθου. «Να μη χαθούμε! Να ‘ρχεσαι να σε τρατάρω λουκουμάκια».

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ξ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Από τη στιγμή που πέρασαν την πύλη, τους έλουσε ένα εκτυφλωτικό φως. Η θάλασσα στο δεξί τους χέρι, αστραφτερή και γαλάζια τους ψιθύριζε λόγια μυστικά. Περπατούσαν ο ένας πίσω απ’ τον άλλο πάνω στη ζεστή άμμο, εκεί που έσκαζε το κύμα.
     Φωνές πλησίαζαν τ’ αυτιά τους. Καθώς ακολουθούσαν την καμπύλη της ακροθαλασσιάς για να μπούνε σ’ έναν κόλπο, τον είδαν.
     Καθόταν ξαπλωμένος στην άμμο, φορούσε ένα ζευγάρι κατάμαυρα γυαλιά ηλίου και ξεφύλλιζε μια εφημερίδα. Εκεί που τα δάχτυλά του ακουμπούσαν τις άκρες των φύλλων για να γυρίσει σελίδα, έβγαινε καπνός και έκαιγε το χαρτί.
     Τριγύρω του γινόταν του Κουτρούλη ο γάμος. Αχτίδες μικρές, νιούτσικες και μεγάλες σε νέες περιπέτειες. Παίζανε στην άμμο, πιτσιλούσανε η μία την άλλη, κάνανε μακροβούτια. Άλλες αραγμένες στην άμμο κουβέντιαζαν μεταξύ τους και κάνα δυο πλέκανε δαντέλα με το βελονάκι.
     Το φως που χυνόταν γύρω τους δεν ήταν μόνο εκτυφλωτικό. Ήταν λευκό. Ήταν τόσο λευκό που έβλεπες κύματα να σχηματίζονται μέσα του και να σε ζαλίζουν.
     Προχώρησαν προς το μέρος τους και τότε τους είδαν. Όλες στράφηκαν κι απέμειναν να τους κοιτούν ακίνητες, κρατώντας την ανάσα τους. Ο Ήλιος, παρόλη την ξαφνική παγωμάρα, δεν έδειξε να καταλαβαίνει πως κάτι συνέβαινε. Γύρισε φύλλο στην εφημερίδα.
    Οι φίλοι μας στέκονταν αμήχανα. Ο Φοίβος σκέφτηκε πως έπρεπε να του μιλήσει. Μα δεν πρόλαβε. Μια γριούλα αχτίδα, μ’ ένα μαύρο τσεμπέρι δεμένο στα μαλλιά της, πήγε και στάθηκε μπροστά στον Ήλιο. Ξερόβηξε.
     Ο Ήλιος γύρισε και πάλι σελίδα. Εκείνη δίνει μια, του αρπάζει την εφημερίδα από τα χέρια και την πετά πίσω της.
     «Άντε παρ’ τα μούτρα σου», έκανε αυστηρά με τη στριγκή φωνή της. «Έχουμε επισκέψεις».
     Ο Ήλιος, χωρίς διόλου να ενοχληθεί από την συμπεριφορά της, στράφηκε προς το μέρος τους.
     «Φοίβε, Πόθε; Τι έκπληξη είναι αυτή;  Πασιφάη έχω να σε δω πολύ καιρό. Στ’ αλήθεια δεν σας περίμενα», ακούστηκε μια ήρεμη μεγαλόπρεπη φωνή. Φωνή αυτοκράτορα.
     «Κι εσύ; Υποτίθεται πως φυλάς την πύλη για να κρατάς τον  κόσμο απ’ έξω. Τι έχουμε, ανταρσία;».
     Ο δράκος Θανάσης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
     «Λοιπόν καθίστε. Σα στο σπίτι σας», πήρε πάλι την εφημερίδα στα χέρια του και συνέχισε να την ξεφυλλίζει.
     Ο Φοίβος έκανε ένα  βήμα μπροστά. Πήγε ν’ ανοίξει το στόμα του μα δεν πρόλαβε ν’ αρθρώσει κουβέντα. Ο Πόθος όρμησε και στάθηκε μπροστά στον Ήλιο.
     «Ναι, τράταρε μας και  υποβρύχιο», είπε συγχυσμένος.
     «Δεν ήλθαμε για βεγγέρα. Και μην κάνεις τον Κινέζο. Μάζεψε τις αχτίδες σου και δρόμο. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», συμπλήρωσε ορθώνοντας την γροθιά του.
     Ο Φοίβος τον άρπαξε απ’ το γιακά και τον έκλεισε στη φούχτα του. Μάταια χτυπιόταν στην προσπάθειά του να ελευθερωθεί. Η φούχτα παρέμενε σταθερά κλειστή.
     «Μην τον παρεξηγείς. Έχασε τη μαμά του. Η μαμά του είναι η Ελπίδα και…».
     Ο Ήλιος σήκωσε το χέρι του και με μία κίνηση του ένευσε να σταματήσει.
     «Γνωρίζω. Δε χρειάζονται εξηγήσεις».
     Σα να μην είχε συμβεί τίποτε ξαναγύρισε στην εφημερίδα του.
     «Πρέπει να γυρίσεις πίσω. Ο κόσμος καταστρέφεται. Χάνεται. Δεν μπορείς να τους αφήσεις στην τύχη τους».
     Ο Ήλιος απέστρεψε το κεφάλι του μ’ ένα βλέμμα που φανέρωνε ενόχληση.
     Οι αχτίδες είχαν μαζευτεί ένα γύρω,  είχαν σχηματίσει έναν ασφυκτικό κλοιό κι ακούγανε κρατώντας τις ανάσες τους. Τα μάτια τους πήγαιναν μια στον έναν και μια στον άλλον.
     «Γιατί; Γιατί έπρεπε να φύγεις;».
     Ο Ήλιος αναστέναξε κουρασμένα.
     «Βαρέθηκα. Οι άνθρωποι είστε αγνώμονες. Δεν έχω κανέναν λόγο να βρίσκομαι κοντά σας».
     «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς εσένα. Τίποτα δεν ζει χωρίς εσένα».
     Ο Ήλιος σήκωσε τους ώμους τους και ξεφύσηξε νευρικά.
     «Να το σκεφτόσασταν νωρίτερα. Μπορείτε να φύγετε τώρα».
     Ο Φοίβος τον κοίταξε με την πίκρα να στάζει από τα μάτια του. Τα πόδια του είχαν ριζώσει στη γη και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Βάζοντας τεράστια δύναμη, κατάφερε να στραφεί για να φύγει.
     «Πάμε», έκανε με φωνή που δύσκολα ακουγόταν στην Πασιφάη και στο δράκο Θανάση κι έσυρε αργά το βήμα του.
     Έκανε δυο βήματα και σταματώντας έστρεψε πίσω το κεφάλι του.
     «Οι μαμάδες αγαπούν τα παιδιά τους, ότι κι αν κάνουν αυτά. Χωρίς να ζητούν ποτέ αντάλλαγμα. Κι οι βασιλιάδες αγαπούν τους υπηκόους τους το ίδιο. Απλόχερα και γενναιόδωρα. Όπως ο Θεός τα πλάσματά του. Πίστευα πως ήσουν ο βασιλιάς του κόσμου», ολοκλήρωσε και στράφηκε πάλι αργά για να φύγει.
     Έσερνε τα βήματά του αργά στον αντίστροφο τώρα δρόμο απ’ αυτόν που τους έφερε πριν εδώ. Κι έτσι δεν μπόρεσε να δει τον Ήλιο. Δεν είδε τις φλόγες που χύθηκαν από τα μάτια του. Ούτε πως πύρωσε ολόκληρος. Μια ουράνια βοή ήταν αυτή που τον έκανε να κοιτάξει πίσω για να δει τον Ήλιο να μαζεύει με το ένα χέρι της αχτίδες του χωρίς να λέει κουβέντα και ν’ ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό.
     Υψώθηκε, υψώθηκε και  η φωνή του βαθιά μα και παιχνιδιάρικη ακούστηκε από μακριά.
     «Γρήγορα σπίτια σας! Και μην τολμήσετε να χαζεύετε στο δρόμο. Θα έχω το μάτι μου επάνω σας!».
   

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Ν΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Ένας σίφουνας πολλών τόνων μ’ απλωμένα τα φτερά του και τον Πόθο να κρεμασμένο  στο αυτί του προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπία, διέσχιζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα την απέραντη αποθήκη, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά του.
     «Άκρη!!!!!!», ακούγονταν η φωνή του Πόθου πνιγμένη στα γέλια.
     Ο Φοίβος σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο που είχε ανακαλύψει πάνω σ’ ένα κουτσό τραπέζι, μαζί με δυο τρία ακόμη, και κοίταξε την Πασιφάη χαμογελώντας.
    «Γιατί φυλάς την πύλη;», έσκυψε και ψιθύρισε ο Πόθος στο αυτί του φίλου του. Εκείνος σταμάτησε τόσο απότομα, που ο Πόθος προσγειώθηκε σε μια στοίβα με χαρτόκουτα μπροστά τους.
     «Αυτή είναι η δουλειά μου. Είμαι ο δράκος που φυλάει αυτήν την πύλη».
     «Δηλαδή αν σταματήσεις να την φυλάς, θα σε μαλώσει κάποιος;», ξαναρώτησε ο λιλιπούτειος φίλος μας πεταρίζοντας μπρος τα μάτια του. Ο δράκος σήκωσε τους ώμους του.
     «Πώς σε λένε;».
     Ο δράκος τον κοίταξε τώρα με μάτια που άνοιξαν από την απορία.
     «Τ’ όνομά σου; Εμένα με λένε Πόθο, δεν το ‘παμε.  Εσένα;».     
     Ο δράκος σήκωσε πάλι τους ώμους του. Ο Πόθος τον κοίταξε με συμπάθεια.
     «Δεν έχεις όνομα κακομοίρη μου; Μικρό το κακό. Θα σου δώσω εγώ ένα».
     Άρχισε να στριφογυρίζει στον αέρα γύρω απ’ το κεφάλι του δράκου, που τον κοιτούσε μ’ απορία και καρτερικότητα. Έπειτα έδωσε μια και προσγειώθηκε πάνω απ’ τα ρουθούνια του.
     «Θανάση. Θα σε λέω Θανάση», του ανακοίνωσε κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι του για το εύρημα του. Τα μάτια του δράκου έλαμψαν.
     «Χμ, ε, ίσως το Θανάσης δεν είναι και το πιο κατάλληλο όνομα για δράκο», παρατήρησε κρύβοντας το χαμόγελό του ο Φοίβος.
     Ο δράκος στράφηκε αργά με τα ρουθούνια του να βγάζουν καπνούς και απειλητικό βλέμμα.
     «Το Θανάσης είναι πολύ κατάλληλο όνομα για δράκους», είπε αργά με την βραχνή μπάσα φωνή του.
     Ο Φοίβος ξεροκατάπιε.
     «Ναι, γιατί όχι; Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πώς αλλιώς θα μπορούσαν να λεν έναν δράκο;», κοίταξε την Πασιφάη και κούνησε το κεφάλι του.
     Εκείνη συμφώνησε μαζί του.
    «Θανάσης. Κι εγώ νομίζω πως είναι πολύ ωραίο όνομα για ένα δράκο».
     Ο Θανάσης ύψωσε ήρεμα το κεφάλι και στο στόμα του απλώθηκε θαρρείς ένα χαμόγελο. Κοίταξε τον Πόθο μ’ ευγνωμοσύνη.
     «Βρε Θανάση, δεν μας αφήνεις τώρα να περάσουμε την Πύλη, να πάμε να βρούμε τον Ήλιο;».
     Ο δράκος τον κοίταξε σοβαρά. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
     «Αν δεν γυρίσει ο Ήλιος ούτε εγώ ούτε ο Φοίβος θα ξαναδούμε ποτέ την μαμά μας», ψιθύρισε ο Πόθος.
     «Εγώ δεν έχω μαμά. Αν σας αφήσω να περάσετε, θα φύγετε. Και θα μείνω πάλι μόνος μου εδώ».
     «Γιατί να μείνεις; Δε θα ‘χεις πια να φυλάς την πύλη. Θα ‘ρθεις μαζί μας βρε», τον κοίταξε στα μάτια ο Πόθος πάντα στρογγυλοκαθισμένος πάνω απ’ τα ρουθούνια του.
     «Άσε που θα φτιάξει κι η επιδερμίδα σου αν σε χτυπήσει λίγο ο Ήλιος. Δε θέλω να σε στεναχωρήσω αλλά έχει το χάλι της».
     Έστρεψε το κεφάλι του και κοίταξε τη ράχη του. Έπειτα κάρφωσε τα μάτια του στο πάτωμα προσπαθώντας θαρρείς εκεί να διαβάσει την απόφαση που ήθελε να πάρει. Μετά από λίγα λεπτά που όλοι τον κοίταζαν ακίνητοι, σήκωσε το βλέμμα αποφασιστικά.
     «Πάμε. Πάμε να τον βρούμε».

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Μ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Κοιτάχτηκαν και βγήκαν έξω. Κάτω ακουγόταν το αργό περπάτημα και το σούρσιμο από την ασήκωτη ουρά του καθώς γλιστρούσε πίσω του.
     Πατώντας απαλά πλησίασαν την άκρη της σκάλας.  Πρόλαβαν να δουν μόνο την ουρά του καθώς τραβιόταν στην κουζίνα.
     Ένα γουργουρητό ακούστηκε κι άρχισαν να κατεβαίνουν σιγά. Το θέαμα που αντίκρισαν τους έκανε ν’ ανοίξουν τα μάτια διάπλατα.
     Ο δράκος με τα μπροστινά του πόδια είχε σηκώσει το καζάνι από τη φωτιά που πάνω της σιγόβραζε ως τώρα, και είχε χώσει μέσα την μουσούδα του.
     Ένα ρυθμικό γκλουκ γκλουκ και το ανεβοκατέβασμα του λαιμού του τους άφησε να καταλάβουν πως ρουφούσε με λαιμαργία το καυτό πρασινωπό υγρό. Από τα αυτιά του έβγαιναν πυκνοί καπνοί.
     Έπειτα κάθισε δίπλα του κι άρχισε να γλύφει ένα ένα τα κόκαλα. Έβγαζε την ασπρουλιάρα γλώσσα του έξω, έγλυφε καλά καλά το ένα κι όταν τελείωνε το πετούσε πίσω κι έπιανε το επόμενο.
     Στο τέλος σκύβοντας πάνω από την φωτιά την έσβησε μ’ ένα δυνατό φύσημα λες κι ήταν σπίρτο, και βγήκε από την κουζίνα. Οι φίλοι μας κεραυνοβολημένοι δεν κουνήθηκαν από τον τόπο τους.
     Οι βολβοί των ματιών του στράφηκαν προς το μέρος τους για να τους κοιτάξει αδιάφορα, χωρίς καν να στρέψει το κεφάλι. Μπήκε στο διπλανό δωμάτιο, κάθισε κι έπιασε ένα καρπούζι με τα μπροστινά του πόδια.
     Το σύνθλιψε με τα σαγόνια του και το έφαγε με τρεις κινήσεις όλο. Κι όταν λέμε όλο, εννοούμε όλο. Μόνο λίγος χυμός από το φρούτο χύθηκε πάνω στην κοιλιά του. Όμως από το καρπούζι δεν απέμεινε τίποτε. Ούτε μια τόση δα φλουδίτσα. Κι έπειτα πήρε κι άλλο, κι άλλο.
     Ο Πόθος που στεκόταν στον αέρα και χωρίς να το καταλάβει είχε πλησιάσει σχεδόν στο σημείο που στεκόταν ο δράκος, είχε αρχίσει να ανακατεύεται.
    «Αυτό είναι που λέμε: Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Α πα πα, τι γουρουνιά!», απευθύνθηκε στους φίλους του χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει. «Πα, μετά απ’ αυτό δε θα μπορέσω να ξαναφάω καρπούζι».
      Ο δράκος έστρεψε τώρα το κεφάλι του και τον κοίταξε λες και τον αντίκριζε για πρώτη φορά. Έπειτα άνοιξε πλατιά το στόμα του για να καταλήξει σ’ ένα δυνατό ρέψιμο που έκανε το σπίτι να σειστεί συθέμελα.
     «Ε κύλιος με τις υγείες σας», του φώναξε με θράσος ο Πόθος και γύρισε στους φίλους του.
          Ο δράκος σηκώθηκε, πέρασε σχεδόν από πάνω τους χωρίς να τους κοιτάξει και μπήκε στην  διπλανή αίθουσα. Μαζεύτηκε σε μια γωνιά της, ξάπλωσε κατάχαμα, τύλιξε την ουρά του γύρω του και έπεσε σε ύπνο. Ύπνο βαθύ.
     Απέμειναν για λίγο να κοιτάζουν το πελώριο σώμα ν’ ανεβοκατεβαίνει στο ρυθμό της ανάσας του. Όταν πια βεβαιώθηκαν πως δεν επρόκειτο να το κουνήσει από κει, του γύρισαν την πλάτη και βγήκαν στον διάδρομο. Έκαναν ν’ ανεβούνε και πάλι τη σκάλα επάνω, όταν ο Φοίβος κοντοστάθηκε. 
     Μια χαμηλή πορτούλα, κάτω από την κάσα της  σκάλας τράβηξε την προσοχή του. Ξύλινη και ξεθωριασμένη από το χρόνο. Άπλωσε το χέρι του και την έσπρωξε διστακτικά. Την έσπρωξαν για ν’ αντικρίσουν σκοτάδι.
     Ο Φοίβος άρπαξε έναν δαυλό από τον τοίχο δίπλα του και φώτισε μέσα απ’ το πορτάκι για ν’ αποκαλυφθεί μπροστά τους μια σκάλα που κατέβαινε κάτω. Έσκυψε και περνώντας κάτω από την πόρτα άρχισε να κατεβαίνει προσεκτικά. Η Πασιφάη με τον Πόθο ακολουθούσαν ρίχνοντας ανήσυχες ματιές γύρω τους.
     Η σκάλα έστριψε στο μέσο της και συνέχισε να κατεβαίνει για άλλα περίπου 20 σκαλιά.  Όταν βρέθηκαν στο τελευταίο αντίκρισαν μία ατελείωτη αίθουσα.
     «Τι αποθήκη είναι τούτη;», γούρλωσε τα μάτια του ο Πόθος. «Κοιτάξτε!», έδωσε μια και βρέθηκε μπροστά τους να κρέμεται και να κουνιέται ξέφρενα απ’ το κουδούνι ενός ποδηλάτου, γεμίζοντας την αίθουσα με τον κελαρυστό ήχο του.
     Άρχισαν να περιφέρονται άσκοπα ανάμεσα σ’ αταίριαστα πράγματα.
     Σαν μέλισσα μεθυσμένη από ανοιξιάτικο όργιο αρωμάτων ζουζούνιζε πέρα δώθε ο Πόθος. Έκανε τσουλήθρα πάνω σε  υφάσματα που κρέμονταν από το ταβάνι. Σκαρφάλωσε στο κεφάλι ενός πάνινου παπαγάλου δεμένου από ένα δοκάρι. Πιασμένος γερά από το πάνινο  ράμφος του, κουνιόταν μανιασμένα μπρος πίσω, κοντεύοντας να φτάσει μαζί με τον παπαγάλο στην οροφή.
     «Ντε! Ντε! Έλα καλό μου άλογο. Σχίσε τον αέρα σαν αστραπή και………», με τη φόρα που είχε πάρει εκτοξεύτηκε από το πάνινο «άτι» του , διέσχισε την αίθουσα πάνω απ’ τα κεφάλια της Πασιφάης και του Φοίβου και προσγειώθηκε πίσω από μια κονσόλα ενώ διάφορα αντικείμενα σωριάζονταν  επάνω του.
     Τρέξανε ανήσυχοι προς το μέρος του και άρχισαν να απομακρύνουν γρήγορα τα πράγματα από πάνω του. Κάποια στιγμή ο Φοίβος τον είδε και πήγε να τον σηκώσει. Ο Πόθος κρατιόταν σφιχτά από ένα κουτί μακαρόνια. Προσπάθησε απαλά να τον απομακρύνει μα του κάκου.
     «Είσαι καλά; Πόθε;», τον ταρακούνησε και προσπάθησε ξανά να τον σηκώσει.
     «Άσε με», τίναξε το χέρι του εκνευρισμένα λες κι έδιωχνε ενοχλητική μύγα.
     «Πόθε; Τι έπαθες;», έσκυψε επάνω του ανήσυχα προσπαθώντας ξανά να τον ανασηκώσει.
     «Πείνασα», απάντησε πνιχτά. «Κι αυτά τα μακαρόνια θα τα φάω».
    
    
    

     Λίγη ώρα μετά ήταν σκυμμένοι πάνω από τα πιάτα τους στην κουζίνα και ρουφούσαν με απόλαυση τα μακαρόνια τους. Τα πάντα είχαν βρει στην υπόγεια αποθήκη. Στο  Θεό που πιστεύετε. Μέχρι και ντοματάκια κονκασέ!
     Θες ήταν η πείνα τους, θες η λαχτάρα τους για τη θεσπέσια μακαρονάδα που είχε ετοιμάσει ο Φοίβος, όταν κατάλαβαν πως το πάτωμα σείονταν κάτω από τα πόδια τους, ο δράκος ήδη στεκόταν πάνω απ’ το κεφάλι τους.
     Ο δράκος τους κοίταξε μ’ άδειο βλέμμα. Έπειτα γύρισε το κεφάλι του κι απομακρύνθηκε. Πήρε το μπαρουτοκαπνισμένο καζάνι του κι άρχισε να το γεμίζει με κόκαλα. Τα στρίμωχνε τακτικά το ένα δίπλα στο άλλο κι έπειτα τα σκέπασε με νερό. Τα απόθεσε πάνω στην αναμμένη φωτιά και στράφηκε προς την πόρτα.
     Έκανε μερικά βαριά βήματα κι έπειτα στάθηκε απότομα, ύψωσε το κεφάλι του κι άρχισε να προχωρά αργά με προτεταμένα τα ρουθούνια του θαρρείς και κάτι τον έσερνε από τη μύτη. Περιφέρθηκε για λίγο και κατέληξε να χώνει το πελώριο κεφάλι του ολόκληρο σχεδόν στην κατσαρόλα με τη μακαρονάδα.
     Το σήκωσε πάλι ψηλά, έκλεισε τα μάτια του κι οσμίστηκε τον αέρα. Κι άλλη μια φορά. Κι άλλη μία.
     Έπειτα άνοιξε τα μάτια του και τα κάρφωσε στο φαγητό, μ’ ένα βλέμμα που ‘δειχνε να τα ‘χει χαμένα, ενώ συνέχιζε να οσμίζεται ασταμάτητα.
     «Κοίτα τώρα που θα κάθεται να μυρίζεται λες κι έχει μπροστά του το καινούριο άρωμα του Ντιορ», έκανε αγανακτισμένα ο Πόθος. Έδωσε μια και βρέθηκε μπρος τα μάτια του δράκου.
     «Βάλε να φας δικέ μου. Πρώτο πράμα. Έλα μην το σκέφτεσαι».
     Ο δράκος σήκωσε το βλέμμα του και τον αντίκρισε με έκπληξη. Κοίταξε μια τον Πόθο μια την κατσαρόλα και μια ξανά τον Πόθο. Με μια γρήγορη κίνηση όρμησε στην κατσαρόλα κι άρχισε να τρώει με βουλιμία.