Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Β΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



    Ένα σταχτί πέπλο άρχισε να πλησιάζει την πολιτεία μας. Κατέβαινε κατέβαινε μέχρι που την σκέπασε απ’ άκρη σ’ άκρη.   Σκοτάδι φοβερό είχε απλωθεί στην Ηλιοστάλαχτη, να σου σηκώνεται η τρίχα. Καθώς είχε προχωρήσει για τα καλά η μέρα, δεν έφεγγε ούτε ένα τόσο δα μικρούλι αστεράκι στον μαύρο ουρανό,
   Οι σκύλοι ούρλιαζαν σπαραχτικά, οι γάτες καμπούριαζαν κάνοντας πκχχ με σηκωμένη την τρίχα, ίδια σα να’ χαν βάλει την ουρά τους στην πρίζα. Μια παρδαλή εκμεταλλεύτηκε τον πανικό κι ορμώντας στον νεροχύτη, όπου καθάριζε ψάρια η κυρά της, άρπαξε ένα ολόφρεσκο μπαρμπούνι χωρίς κανείς να την χαμπαριαστεί.
   Οι άνθρωποι ξεχύθηκαν έντρομοι στους δρόμους. Με μάτια ολοστρόγγυλα από την αγωνία κοιτούσαν τον μαύρο ουρανό. Άλλοι τρέχανε πάνω κάτω, κι άλλοι είχαν ριζώσει στις θέσεις τους χωρίς να βγάζουν μιλιά. Μια κυρία τραβούσε τα μαλλιά της, κι όταν πήγε να την μιμηθεί η γειτόνισσά της έμεινε με μια καροτί περούκα στο χέρι.
   «Ο Ήλιος! Χάθηκε ο Ήλιος!», ακούγονταν φωνές από παντού.
   «Ήρθε το τέλος του κόσμου», κλαψούρισε μια γιαγιούλα.
   «Μήπως να βάλουμε μιαν ανακοίνωση στον Ερυθρό Σταυρό;»πρότεινε ένας κύριος, που μέσα στην αναμπουμπούλα είχε πεταχτεί έξω φορώντας μόνο ένα λαχανί σωβρακάκι με ροζ φλαμίνγκο.
   Με λίγα λόγια, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Ένας πιτσιρίκος βρήκε ευκαιρία κι έκανε έφοδο στο ζαχαροπλαστείο του κυρίου Πρόφη Τερόλου, αρπάζοντας απ’ τη βιτρίνα του πέντε εκλέρ και μια σοκολατίνα. Τώρα καθότανε στην είσοδο δαγκώνοντας πότε από δω και πότε από κει, και σεργιανούσε την φασαρία.
   Ο Μένιος, ο γάιδαρος του Σπαράγγη του μανάβη είχε στρέψει το κεφάλι του προς το κάρο που τραβούσε κι έδωσε βουτιά με την κεφάλα του στο καλάθι με τα καρότα.
   «Ω ρε μάνα μου», σκέφτηκε ενώ μασουλούσε ένα πελώριο καρότο. «Τι μπερεκέτι είν’ τούτο!».
   Ο κύριος Σπαράγγης στεκόταν δίπλα του χωρίς να’ χει ψυλλιαστεί το παραμικρό.
   Ο δήμαρχος της Ηλιοστάλαχτης ο κύριος Θεοχάρης Ηλιού, ξεπερνώντας την πρώτη σαστιμάρα του, θεώρησε καλό να βγάλει μιαν ανακοίνωση.
   «Συμπολίτες μου!», φώναξε μα κανείς δεν του ‘δωσε σημασία.
   «Ε, χμ, Συμπολίτες μου», φώναξε πιο δυνατά.
   Σαν είδε κι απόειδε, πως άδικα ξεφώνιζε, ξεφύσησε αγανακτισμένος στρίβοντας το σαν βούρτσα μουστάκι του. Τι δηλαδή; Κοτζαμάν δήμαρχος ήτανε κι όχι η τελευταία τρύπα του ζουρνά, που λέγανε και στο χωριό του.
   Δίνει ένα σάλτο που λέτε και βρίσκετε πάνω στους ώμους μιας χοντρής κυρίας που για κακή της τύχη βρέθηκε μπροστά του. Πιάνεται απ’ το ξανθό φουντωτό μαλλί της κι αρχίζει να φωνάζει, ενώ εκείνη χοροπηδάει πάνω κάτω για να ξεφορτωθεί το βάρος, προσπαθώντας ταυτόχρονα να καταλάβει τι είναι αυτό που της ήρθε ξαφνικά.
   «Βρε!!!», βγάζει μια άγρια φωνή ο Θεοχάρης, «σας μιλάει ο δήμαρχός σας!».
   «Σιγά τον πολυέλαιο», φώναξε στα μουλωχτά ένας πιτσιρίκος.
   Ο Θεοχάρης κοκκίνισε μα έκανε πως δεν άκουσε. Κάποιοι άρχισαν να τον προσέχουν και γύρισαν προς το μέρος του. Σιγά σιγά στράφηκαν κι άλλοι.
   «Αγαπητοί μου συμπολίτες», άρχισε με το πιο σοβαρό του ύφος, αυτό που κρατούσε για εθνικές εορτές κι άλλες επίσημες περιστάσεις. «Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πρωτοφανές και πρωτόγνωρο συμβάν. Δια αυτό και ως εκλεγμένος άρχοντάς σας, έχω την υποχρέωση …».
   Εκείνη την στιγμή, η χοντρή κυρία που χωρίς την θέλησή της τον είχε φορτωθεί, έδωσε ένα σάλτο κι ο Θεοχάρης βρέθηκε φαρδύς-πλατύς να κείτεται στο χώμα.
   Σηκώθηκε στα γρήγορα και τίναξε το παντελόνι του, ενώ άκουγε πνιγμένα γέλια ανάμεσα στο πλήθος.
   «Επί των παρόντων περιστάσεων, συγκαλώ επείγουσα συνέλευση στο δημαρχείο. Σε μία ώρα όλοι εκεί!».
   «Ε, κυρ δήμαρχε! Στο δημαρχείο θα μας φάει το μαύρο σκοτάδι!», ακούστηκε ένας μάγκας μέσα από το πλήθος.
   «Ε, χμ, ναι ναι, βέβαια. Σε μια ώρα λοιπόν, αρχίζει η συνέλευση εδώ και επί τόπου. Στο μεταξύ καλώ όλες τις αρχές του τόπου, πυροσβεστική, αστυνομία και, και…», μάσησε λίγο το πάνω του χείλος στην προσπάθειά του να σκεφτεί και τίποτα άλλο, μα μιας και δεν του κατέβηκε καμιά ιδέα, συνέχισε: «κ.λ.π., κ.λ.π., για να συσκεφτούμε».
   Κι αφού αισθάνθηκε να έχει κάνει το χρέος του ως δήμαρχος, αποχώρησε.
   Όχι όμως κι ο κόσμος. Που να τρέχουν τώρα μες την μαυρίλα και να κουτουλάει κι ο ένας πάνω στον άλλο.
   Μαζεύονταν λοιπόν παρέες, παρέες, και ψιθυρίζανε ανήσυχοι.
   «Βρε λες να σκουντούφλησε και να ‘πεσε στη θάλασσα; Κι αν πνίγηκε;».
   Και κάθε κουβέντα, κάθε τους ανησυχία προχωρούσε γρήγορα ανάμεσα στο πλήθος, όπως και στο παιχνίδι σκουριασμένο τηλέφωνο. Τι είναι τούτο; Καλά δεν παίζετε τίποτε άλλο εσείς εκτός από game boy και PS4;
   Λοιπόν, θα πρέπει να διακόψω πάλι, γιατί  δε θέλω να σας αφήσω και με την απορία. Το σκουριασμένο τηλέφωνο παίζετε ως εξής: Κάθεστε όλοι στη σειρά κι ο πρώτος σκέφτεται μια λέξη και την λέει ψιθυριστά στον διπλανό του. Εκείνος με τη σειρά του την ψιθυρίζει στον επόμενο και ούτω καθεξής. Ο τελευταίος λέει δυνατά την λέξη που συνήθως δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτήν που είπε ο πρώτος.
   Έτσι λοιπόν κι εδώ, σε λίγο, καθισμένοι σ’ ένα παγκάκι τρεις γέροι με φαλάκρες και μουστάκες ακούγανε δύσπιστα τον μεσαίο να τους λέει χτυπώντας πεισματωμένα το μπαστούνι του.
   «Γεράσατε και ξεμωράνατε μωρέ! Τον είδα σας λέω με τα ίδια μου τα μάτια. Να πέφτει στη θάλασσα. Πνίγηκε!!! Να μη σώσω να γιορτάσω τα εκατοστά μου γενέθλια!».

 



   Στην συγκέντρωση λοιπόν, οι γνώμες έδιναν κι έπαιρναν. Έπρεπε να ‘σαστε από μια μεριά να βλέπατε τις αρχές της πολιτείας μας, να συσκέπτονται μέσα κι έξω από το περίπτερο της πλατείας.
   Ο περιπτεράς είχε κατεβάσει την τραγιάσκα του μέχρι τα αυτιά και μουρμούριζε νευριασμένος για την αυθαίρετη αυτή κατάληψη.
   Ο δήμαρχος καθόταν στο σκαμνάκι του μέσα στο περίπτερο, ενώ οι διοικητές της αστυνομίας και της πυροσβεστικής κόβανε βόλτες ανάμεσα σε ράφια με γαριδάκια και σοκοφρέτες.
   Ο αστυνομικός διοικητής κύριος Κουνάβης, σα να ‘δινε χορευτική παράσταση κουνιόταν ολόκληρος, προσπαθώντας να παρουσιάσει στους άλλους δύο την άποψή του. Τα λεπτά του πόδια πότε λύγιζαν και πότε ανασηκώνονταν παρασέρνοντας το κορμί του σ’ έναν κυματισμό που κατέληγε και παρέσερνε μαζί και τα χέρια του.   Τα κόκκινα τσουλούφια που σα μαρουλόφυλλα έπεφταν, σκίαζαν τα μικρά του μάτια.
    Ο δήμαρχος μόνο ευχαριστημένος δε φαινόταν απ’ αυτά που άκουγε. Έστριβε και ξανάστριβε ξεφυσώντας το μουστάκι του που κι έλεγες πως σε λίγο θα το ξεριζώσει!
   «Κύριε διοικητά, ποια είναι η θέση σας σε όλα αυτά;», ρώτησε τον διοικητή της πυροσβεστικής, τον κύριο Σπίθα, κεραυνοβολώντας τον με το βλέμμα του, μιας και τον είχε κάνει τσακωτό να προσπαθεί μες το σκοτάδι να διαβάσει τους τίτλους μιας εφημερίδας.
   Εκείνος μετατόπισε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο και ξεκουμπώνοντας το πάνω κουμπί της επίσημης στολής του που είχε αρχίσει να τον πνίγει απάντησε σκεπτικά.
   «Οι εξαφανίσεις των προσώπων  δεν είναι της αρμοδιότητάς της υπηρεσίας μας, καθόλου μάλιστα. Αν είχαμε μια φωτιά, έναν εγκλωβισμό, τότε μάλιστα. Μα στην προκειμένη περίπτωση δηλώνω αναρμόδιος. Είμαι στην διάθεσή σας πάραυτα. Αν για παράδειγμα ο Ήλιος σκαρφάλωσε σε κανένα δέντρο και δεν μπορεί να κατέβει. Θα συνδράμω μ’ όλες τις πυροσβεστικές δυνάμεις μου. Μάλιστα!».
   «Φέξε μου και γλίστρησα», έκανε μέσα του απηυδισμένος ο δήμαρχος. «Ακούς εκεί σκαρφάλωσε σε δέντρο και δεν μπορεί να κατέβει. Γιατί τον πέρασε τον Ήλιο; Για κανένα γατί;».
  
   Του δήμαρχου του ερχόταν να αρχίσει να τραβάει τα μαλλιά του. Ήταν ανάγκη να γίνει κι αυτό στη διάρκεια της θητείας του; Δεν του φτάνανε οι λακκούβες που ξεφύτρωναν κάθε τρεις και λίγο στους δρόμους; Τα φανάρια που σπάζανε τα παιδιά με τις πέτρες; Δεν θα ‘ταν καθόλου καλό για το ίματζ του αυτό!
(Δεν ξέρετε τι είναι το ίματζ; Μάλλον δεν διαβάζετε εφημερίδες πριν τις εκλογές. Για κάντε έναν κόπο να ρωτήσετε τον μπαμπά σας).
   Ο δήμαρχος  λοιπόν…
   (Ο δικός σου ο μπαμπάς σου’χει πει να μην τον ενοχλείς όταν κοιμάται, παρά μόνο άμα πιάσει φωτιά το σπίτι; Τς, τς, τς!!! Καλά αυτοί οι μεγάλοι έχουνε μεγάλη ιδέα για τον ύπνο, δε νομίζετε; Τέλος πάντων για να μη σου βάλει τις φωνές ο μπαμπάς σου εξαιτίας μου, θα σου πω. Και μάλιστα θα στο πω όπως το βρίσκω τώρα δα στο λεξικό. Ίματζ: Αγγλική λέξη, που σημαίνει εικόνα, δημόσια εικόνα ενός επώνυμου προσώπου. Με λίγα λόγια αυτό που ο πολύς κόσμος πιστεύει για το πρόσωπο αυτό. Όλοι οι πολιτικοί ανησυχούν πολύ για αυτό, γιατί θέλουν οι άλλοι να πιστεύουν καλά πράγματα γι’ αυτούς, ώστε να τους ξαναψηφίζουν. Γι’ αυτό φοράνε κουστούμια, που οι ειδικοί τους λένε ότι τους δείχνουν πιο υπεύθυνους, φιλάνε παιδάκια για να νομίζουμε πως είναι καλόψυχοι, χαϊδεύουν σκυλάκια στο δρόμο, και άλλα τέτοια).
   Που είχαμε μείνει; Α, ναι!  Ο δήμαρχος λοιπόν σκέφτηκε πως καλύτερα να τελείωνε με την δυσάρεστη αυτή υπόθεση μια ώρα αρχύτερα.
   «Ώρα για την συνέλευση. Κύριοι, λάβετε θέσεις!!!».

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, (ε όχι και τόσο πολλά, βάλτε γύρω στα 273 για να’στε μέσα), ήταν μια πολιτεία σ’ έναν τόπο μακρινό. Τώρα όταν λέμε μακρινό, εννοούμε μακρινό. Για να καταλάβετε, προχωρήστε πέρα από τα σύννεφα, αλλά όχι μη βιάζεστε, σταματήστε εκεί πριν το τελευταίο, ναι εκείνο το μικρούλι που’ ναι σαν από ζάχαρη άχνη, και τρέχει πάντα καταϊδρωμένο και ξεφυσώντας για να προλάβει τα άλλα. Από κει στρίβεται αριστερά και συνεχίζετε ως το παντοπωλείο του Βρόχη του Ψίχαλου. Αν θέλετε, μπορείτε να περάσετε μέσα και να πάρετε μια βροχοκαλάδα, ή μια δροσερή ψιχαλοσουμάδα. Κι αν είστε τυχεροί, θα πετύχετε εκείνον τον μπερμπάντη, τον Σίφη τον μαρκαδοράκια. Ποιος είναι αυτός; Ε, τώρα έχετε δίκιο να ρωτάτε, γιατί λίγοι τον ξέρουν με το πραγματικό του όνομα. Οι περισσότεροι τον ξέρουν με το όνομα ουράνιο τόξο, και πιστεύουν πως είναι φυσικό φαινόμενο. Μεταξύ μας, είναι μακριά νυχτωμένοι. Το παλικάρι είναι βέρος Κρητικός, όπως θα καταλάβατε κι εσείς απ’ το όνομα του. Και στις φλέβες του κυλάει το αίμα εκείνου του σπουδαίου ζωγράφου που φιλοτέχνησε την περίφημη Παριζιάνα στα μινωικά ανάκτορα. Ναι ναι έτσι όπως τα λέω είναι. Γνήσιος απόγονος.
Σπουδαία τοιχογραφία όμως κι αυτή, ε; Αν δεν την έχετε μάθει ακόμη από το σχολείο, ζητήστε από κανένα μεγαλύτερο αδερφό ή φίλο να σας την δείξει στο βιβλίο της Ιστορίας του. Αυτός λοιπόν ο Σίφης που έλεγα, κουβαλάει πάντα στην κωλοτσέπη του ξεβαμμένου μπλου τζην του πέντε έξι μαρκαδόρους. Με το που βγαίνει η κυρά Βροχή κι αρχίζει να πλένει καλά καλά την πλάση αυτός κρύβεται πίσω από μια γωνία και καραδοκεί. Αφού τελειώσει η κυρά Βροχή κι αποκαμωμένη χωρίς να της βγαίνει ούτε ψιχάλα πια από την κούραση σταθεί ν’ απολαύσει το έργο της, να σου και πετάγεται ο φίλος μας. Βουτά τους μαρκαδόρους του κι αρχίζει να ζωγραφίζει τον γαλανό τοίχο του ουρανού. Μια γαλάζια γραμμή, μια μωβ, μια κίτρινη, ενώ παράλληλα ρίχνει και κλεφτές ματιές γύρω του μην και τον πάρουνε χαμπάρι. Τα μάγουλά του είναι ξαναμμένα από την ευχαρίστηση που παίρνει απλώνοντας τις πινελιές του σ’ ένα τόσο υπέροχο καμβά.               Μια πορτοκαλί γραμμή, μια …
     «Αν σε πιάσω στα χέρια μου παλιόπαιδο…», ακούγεται η ξεψυχισμένη φωνή της κυρά Βροχής που βλέπει να πηγαίνει στράφι τόση μπουγάδα.
     «Καλέ μανδάμ, λίγη σέβαση για την τέχνη…», της αντιλέγει ο Σίφης που για καλό και για κακό ήδη μαζεύει τους μαρκαδόρους του, κατεβάζει το κόκκινο κασκέτο του χαμηλά στα μάτια και όπου φύγει φύγει.
   «Αν πάρω μια βρεγμένη σανίδα θα σου δείξω εγώ», του φωνάζει σκασμένη από αγανάκτηση η κυρά Βροχή. Ψιχάλες τρέχουν από τα μάτια της. «Δεν θα πέσεις στα χέρια μου; Τς τς τς, τα σημερινά παιδιά…», και πιάνει ένα σφουγγαρόπανο, να σβήσει μάνι μάνι τις ροδαλόχρωμες πινελιές του.
   Αλλά τι λέγαμε; Α ναι, για κείνη την πολιτεία. Αν πάρετε την κατηφόρα λοιπόν, θα βγείτε μπροστά της  μέσα σε πέντε λεπτά. Αχ, και να την βλέπατε! Μια πολιτεία υπέροχη, θεσπέσια, λαχταριστή! Τα χωράφια που την κυκλώνουν σπαρμένα ηλίανθους, ολόιδια ο πίνακας του Βαν Γκογκ. (Ποιος είν’ τούτος; Πολύ ανημέρωτους σας βρίσκω. Για ανοίξτε και καμία εγκυκλοπαίδεια!).
   Κι η πολιτεία; Χρυσή και γαλανή. Ηλιόλουστη και ηλιοπλανεμένη. Στους κήπους της καμαρώνουν κίτρινα τριαντάφυλλα, χρυσά χρυσάνθεμα και κρόκοι. Και στους φράχτες της υψώνουν το ανάστημά τους πάλι ηλίανθοι. Μέχρι κι οι παπαρούνες της κίτρινες είναι. Κι αν καμιά φορά, σπάνια όμως, βρέξει, το κίτρινο χώμα γίνεται ίδιο λαχταριστή μουστάρδα, κι αν είσαι λίγο αφηρημένος, βουτάς το δάχτυλό σου για να την δοκιμάσεις. Ντροπή! Γιατί καλέ; Να μην δεις αν είναι πικάντικη ή γλυκιά; Σιγά το πράμα!
    Ηλιοστάλαχτη τη λένε. Και θα’ χετε πια καταλάβει το γιατί.
    Στην πολιτεία αυτή βασιλιάς κι αφέντης ήταν ο Ήλιος. Ο γνωστός που ξέρετε. Κάθε πρωί άπλωνε τις ολόχρυσες ακτίνες του απάνω της, ως το σούρουπο που τις μάζευε πια, κι αυτές χασμουρώντας και σκουντουφλώντας πηγαίνανε για ύπνο.
   Κάθε πρωί είπα; Τρόπος του λέγειν.  Γιατί ο Ήλιος είναι ένας κύριος πολύ αξιοπρεπής. Και διακριτικός. Καθόλου δεν θέλει να γίνεται βάρος. Αν λοιπόν καταλάβαινε πως το’ χει παρακάνει, όταν έβλεπε τους αγαπημένους του ηλίανθους να μαραίνονται, τους κατοίκους της πολιτείας του ν’ αναστενάζουν από την ζέστη, και τους σκύλους της να βγάζουν μια πιθαμή έξω τη γλώσσα τους κοντανασαίνοντας, μάζευε τις ακτίνες του και παραμέριζε. Έκανε χώρο για τα σύννεφα, που βαριά βαριά κάθουνταν πάνω στην Ηλιοστάλαχτη και άρχιζαν ν’ αδειάζουν σαν πελώρια ποτιστήρια τ’ ουρανού νερό. Δρόσιζε καλά καλά που λέτε η πολιτεία μας, ανάσαιναν οι σκύλοι, όρθωναν και πάλι τα’ ανάστημά τους οι ηλίανθοι.


   Κι ο Ήλιος μας; Ακοίμητος φρουρός. Μόλις καταλάβαινε πως πάει να παραγίνει το κακό με το νερό, ορμούσε επάνω και πήγαινε να βάλει μια τάξη. Έδινε μια με τις ακτίνες του στα σύννεφα, κι από δω παν κι άλλοι. Ξάπλωνε τότε ραχατλίδικα στην μέση του ουρανού κι ευχαριστημένος από τον εαυτό του έκανε ηλιοθεραπεία.
   Είχε ακόμη και τα καθιερωμένα ρεπό του. Όταν άνοιγαν τα σχολεία, καθόταν σπίτι του για να δώσει την θέση του στα πρωτοβρόχια. Τα Χριστούγεννα, του Άη Βασίλη, των Φώτων αλλά και μια φορά μέσα στον Μάρτη ξάπλωνε την αρίδα του σε μια πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, κι ενώ έξω χιόνιζε, αυτός έπλεκε πουλόβερ. Κίτρινο. Όχι ότι θα το φορούσε ποτέ, γιατί ελόγου του δεν κρύωνε. Αχρείαστο να’ ναι που λέμε. Αλλά να, έτσι για το καλό.
   Οι άνθρωποι λοιπόν εκεί πρέπει να ήταν πολύ ευτυχισμένοι να ζούνε σ’ αυτήν την φωτεινή και γαλάζια πολιτεία. Και ήταν. Δηλαδή κάποτε. Παλιότερα. Γιατί τώρα πια το ‘χανε ξεχάσει.
   Τα παιδιά δεν πήγαιναν άλλο πια εκδρομές για να χαρούνε τον ήλιο. Οι νοικοκυρές δεν απλώνανε στον ήλιο την μπουγάδα τους για να στεγνώσει. Είχαν στεγνωτήρια. Για να καταλάβετε, ακόμη κι αυτές οι γάτες, δεν βγαίνανε στους δρόμους και τα παραθύρια για να λιαστούνε.
   Κι ο Ήλιος μας;
   Είχε αρχίσει να αισθάνεται μόνος. Δεν είχε και κανένα αδερφάκι για να παίξει. Βλέπετε από τότε ακόμα, ήταν ο ένας κι ο μοναδικός Ήλιος στον κόσμο.
   Ένα πρωί σαν τα άλλα  είχε ήδη ανατείλει ωραία και καλά και τακτοποιήσει ένα γύρω τις ακτίνες του. Για να περάσει η ώρα του  είχε πιαστεί με δυο γερές ακτίνες από ένα αφράτο σύννεφο κι έκανε κούνια. Το βλέμμα του ταξίδευε αφηρημένα πάνω στην πολιτεία. Τότε διαπίστωσε πως κανείς πια δεν καρτερούσε την ανατολή του. Ξάφνου αισθάνθηκε μια αφόρητη μοναξιά να τον πλακώνει. Μια παγωνιά ν’ απλώνεται μέσα του. Ένα πράμα λες και είχε καταπιεί ολόκληρο παγόβουνο.
   «Ως εδώ ήταν», φώναξε κι άρχισε να ξαναμαζεύει τις ακτίνες του.
   «Τι γίνεται;», αναρωτήθηκαν αυτές.
   «Τα μαζεύουμε και φεύγουμε», τις πρόσταξε φουριόζος.
   «Μπα, τι έχουμε; Έκλειψη ηλίου;», ρώτησε μια πιτσιρίκα, που μόλις είχε αρχίσει να μαθαίνει απ’ την μαμά της τα βασικά φυσικά φαινόμενα.
   «Ταξιδάκι!», ξεφώνισε μια μεγαλύτερη. «Θα πάμε επιτέλους κι εμείς ταξιδάκι! Καιρός ήταν ν’ αλλάξουμε τον αέρα μας».
   «Γουστάρω! Τι λέτε για κρουαζιέρα στην Καραβαναϊκή;», πρότεινε μια νεαρή, μεταξύ μας λίγο έξαλλη, ακτίνα.
   Και μια και ο Ήλιος δεν τους απαντούσε απέμειναν σιωπηλές να περιμένουν μια εξήγηση.
   «Αν ήσασταν πιο προσεχτικές, θα βλέπατε κι εσείς πως εδώ δεν μας έχει κανείς πια ανάγκη. Φεύγουμε λοιπόν οριστικά!».
   Έγινε μεγάλο σούσουρο κι από το ξάφνιασμά τους οι ακτίνες μπλέκονταν μεταξύ τους, λες και χορεύαν το γαϊτανάκι. Τέτοιο πράγμα δεν είχε ματαγίνει. Δεν ξέραν τι να κάνουν. Ψιθύριζαν συνωμοτικά η μία στην άλλη, ενώ ο Ήλιος ξεφυσούσε αγανακτισμένος.
   «Του ‘χει στρίψει εντελώς του μπάρμπα», έλεγε μια στην διπλανή της.
   «Καλέ τον βάρεσε ο Ήλιος στο κεφάλι. Έχει πάθει ηλίαση σου λέω!», έκανε μια αυθάδικα. «Και του το ‘λεγα. Βάλε ένα καπελάκι!», συνέχισε κι έσιαξε κοκέτικα ένα ψαθάκι με μια πορτοκαλί κορδέλα στα μαλλιά της.
   «Κύλιος, θες μια τσιχλόφουσκα για να σου φτιάξει το κέφι;», του πρότεινε μια τόση δα μικρούλα.
   «Τώρα αμέσως είπα!», έβγαλε μια υπόκωφη φωνή ο Ήλιος. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει, φλόγες ξεχύθηκαν από το στόμα του και τύλιξαν ένα γύρω κι αυτόν και τις ακτίνες του.