Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ξ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Από τη στιγμή που πέρασαν την πύλη, τους έλουσε ένα εκτυφλωτικό φως. Η θάλασσα στο δεξί τους χέρι, αστραφτερή και γαλάζια τους ψιθύριζε λόγια μυστικά. Περπατούσαν ο ένας πίσω απ’ τον άλλο πάνω στη ζεστή άμμο, εκεί που έσκαζε το κύμα.
     Φωνές πλησίαζαν τ’ αυτιά τους. Καθώς ακολουθούσαν την καμπύλη της ακροθαλασσιάς για να μπούνε σ’ έναν κόλπο, τον είδαν.
     Καθόταν ξαπλωμένος στην άμμο, φορούσε ένα ζευγάρι κατάμαυρα γυαλιά ηλίου και ξεφύλλιζε μια εφημερίδα. Εκεί που τα δάχτυλά του ακουμπούσαν τις άκρες των φύλλων για να γυρίσει σελίδα, έβγαινε καπνός και έκαιγε το χαρτί.
     Τριγύρω του γινόταν του Κουτρούλη ο γάμος. Αχτίδες μικρές, νιούτσικες και μεγάλες σε νέες περιπέτειες. Παίζανε στην άμμο, πιτσιλούσανε η μία την άλλη, κάνανε μακροβούτια. Άλλες αραγμένες στην άμμο κουβέντιαζαν μεταξύ τους και κάνα δυο πλέκανε δαντέλα με το βελονάκι.
     Το φως που χυνόταν γύρω τους δεν ήταν μόνο εκτυφλωτικό. Ήταν λευκό. Ήταν τόσο λευκό που έβλεπες κύματα να σχηματίζονται μέσα του και να σε ζαλίζουν.
     Προχώρησαν προς το μέρος τους και τότε τους είδαν. Όλες στράφηκαν κι απέμειναν να τους κοιτούν ακίνητες, κρατώντας την ανάσα τους. Ο Ήλιος, παρόλη την ξαφνική παγωμάρα, δεν έδειξε να καταλαβαίνει πως κάτι συνέβαινε. Γύρισε φύλλο στην εφημερίδα.
    Οι φίλοι μας στέκονταν αμήχανα. Ο Φοίβος σκέφτηκε πως έπρεπε να του μιλήσει. Μα δεν πρόλαβε. Μια γριούλα αχτίδα, μ’ ένα μαύρο τσεμπέρι δεμένο στα μαλλιά της, πήγε και στάθηκε μπροστά στον Ήλιο. Ξερόβηξε.
     Ο Ήλιος γύρισε και πάλι σελίδα. Εκείνη δίνει μια, του αρπάζει την εφημερίδα από τα χέρια και την πετά πίσω της.
     «Άντε παρ’ τα μούτρα σου», έκανε αυστηρά με τη στριγκή φωνή της. «Έχουμε επισκέψεις».
     Ο Ήλιος, χωρίς διόλου να ενοχληθεί από την συμπεριφορά της, στράφηκε προς το μέρος τους.
     «Φοίβε, Πόθε; Τι έκπληξη είναι αυτή;  Πασιφάη έχω να σε δω πολύ καιρό. Στ’ αλήθεια δεν σας περίμενα», ακούστηκε μια ήρεμη μεγαλόπρεπη φωνή. Φωνή αυτοκράτορα.
     «Κι εσύ; Υποτίθεται πως φυλάς την πύλη για να κρατάς τον  κόσμο απ’ έξω. Τι έχουμε, ανταρσία;».
     Ο δράκος Θανάσης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
     «Λοιπόν καθίστε. Σα στο σπίτι σας», πήρε πάλι την εφημερίδα στα χέρια του και συνέχισε να την ξεφυλλίζει.
     Ο Φοίβος έκανε ένα  βήμα μπροστά. Πήγε ν’ ανοίξει το στόμα του μα δεν πρόλαβε ν’ αρθρώσει κουβέντα. Ο Πόθος όρμησε και στάθηκε μπροστά στον Ήλιο.
     «Ναι, τράταρε μας και  υποβρύχιο», είπε συγχυσμένος.
     «Δεν ήλθαμε για βεγγέρα. Και μην κάνεις τον Κινέζο. Μάζεψε τις αχτίδες σου και δρόμο. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», συμπλήρωσε ορθώνοντας την γροθιά του.
     Ο Φοίβος τον άρπαξε απ’ το γιακά και τον έκλεισε στη φούχτα του. Μάταια χτυπιόταν στην προσπάθειά του να ελευθερωθεί. Η φούχτα παρέμενε σταθερά κλειστή.
     «Μην τον παρεξηγείς. Έχασε τη μαμά του. Η μαμά του είναι η Ελπίδα και…».
     Ο Ήλιος σήκωσε το χέρι του και με μία κίνηση του ένευσε να σταματήσει.
     «Γνωρίζω. Δε χρειάζονται εξηγήσεις».
     Σα να μην είχε συμβεί τίποτε ξαναγύρισε στην εφημερίδα του.
     «Πρέπει να γυρίσεις πίσω. Ο κόσμος καταστρέφεται. Χάνεται. Δεν μπορείς να τους αφήσεις στην τύχη τους».
     Ο Ήλιος απέστρεψε το κεφάλι του μ’ ένα βλέμμα που φανέρωνε ενόχληση.
     Οι αχτίδες είχαν μαζευτεί ένα γύρω,  είχαν σχηματίσει έναν ασφυκτικό κλοιό κι ακούγανε κρατώντας τις ανάσες τους. Τα μάτια τους πήγαιναν μια στον έναν και μια στον άλλον.
     «Γιατί; Γιατί έπρεπε να φύγεις;».
     Ο Ήλιος αναστέναξε κουρασμένα.
     «Βαρέθηκα. Οι άνθρωποι είστε αγνώμονες. Δεν έχω κανέναν λόγο να βρίσκομαι κοντά σας».
     «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς εσένα. Τίποτα δεν ζει χωρίς εσένα».
     Ο Ήλιος σήκωσε τους ώμους τους και ξεφύσηξε νευρικά.
     «Να το σκεφτόσασταν νωρίτερα. Μπορείτε να φύγετε τώρα».
     Ο Φοίβος τον κοίταξε με την πίκρα να στάζει από τα μάτια του. Τα πόδια του είχαν ριζώσει στη γη και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Βάζοντας τεράστια δύναμη, κατάφερε να στραφεί για να φύγει.
     «Πάμε», έκανε με φωνή που δύσκολα ακουγόταν στην Πασιφάη και στο δράκο Θανάση κι έσυρε αργά το βήμα του.
     Έκανε δυο βήματα και σταματώντας έστρεψε πίσω το κεφάλι του.
     «Οι μαμάδες αγαπούν τα παιδιά τους, ότι κι αν κάνουν αυτά. Χωρίς να ζητούν ποτέ αντάλλαγμα. Κι οι βασιλιάδες αγαπούν τους υπηκόους τους το ίδιο. Απλόχερα και γενναιόδωρα. Όπως ο Θεός τα πλάσματά του. Πίστευα πως ήσουν ο βασιλιάς του κόσμου», ολοκλήρωσε και στράφηκε πάλι αργά για να φύγει.
     Έσερνε τα βήματά του αργά στον αντίστροφο τώρα δρόμο απ’ αυτόν που τους έφερε πριν εδώ. Κι έτσι δεν μπόρεσε να δει τον Ήλιο. Δεν είδε τις φλόγες που χύθηκαν από τα μάτια του. Ούτε πως πύρωσε ολόκληρος. Μια ουράνια βοή ήταν αυτή που τον έκανε να κοιτάξει πίσω για να δει τον Ήλιο να μαζεύει με το ένα χέρι της αχτίδες του χωρίς να λέει κουβέντα και ν’ ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό.
     Υψώθηκε, υψώθηκε και  η φωνή του βαθιά μα και παιχνιδιάρικη ακούστηκε από μακριά.
     «Γρήγορα σπίτια σας! Και μην τολμήσετε να χαζεύετε στο δρόμο. Θα έχω το μάτι μου επάνω σας!».
   

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Ν΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Ένας σίφουνας πολλών τόνων μ’ απλωμένα τα φτερά του και τον Πόθο να κρεμασμένο  στο αυτί του προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπία, διέσχιζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα την απέραντη αποθήκη, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά του.
     «Άκρη!!!!!!», ακούγονταν η φωνή του Πόθου πνιγμένη στα γέλια.
     Ο Φοίβος σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο που είχε ανακαλύψει πάνω σ’ ένα κουτσό τραπέζι, μαζί με δυο τρία ακόμη, και κοίταξε την Πασιφάη χαμογελώντας.
    «Γιατί φυλάς την πύλη;», έσκυψε και ψιθύρισε ο Πόθος στο αυτί του φίλου του. Εκείνος σταμάτησε τόσο απότομα, που ο Πόθος προσγειώθηκε σε μια στοίβα με χαρτόκουτα μπροστά τους.
     «Αυτή είναι η δουλειά μου. Είμαι ο δράκος που φυλάει αυτήν την πύλη».
     «Δηλαδή αν σταματήσεις να την φυλάς, θα σε μαλώσει κάποιος;», ξαναρώτησε ο λιλιπούτειος φίλος μας πεταρίζοντας μπρος τα μάτια του. Ο δράκος σήκωσε τους ώμους του.
     «Πώς σε λένε;».
     Ο δράκος τον κοίταξε τώρα με μάτια που άνοιξαν από την απορία.
     «Τ’ όνομά σου; Εμένα με λένε Πόθο, δεν το ‘παμε.  Εσένα;».     
     Ο δράκος σήκωσε πάλι τους ώμους του. Ο Πόθος τον κοίταξε με συμπάθεια.
     «Δεν έχεις όνομα κακομοίρη μου; Μικρό το κακό. Θα σου δώσω εγώ ένα».
     Άρχισε να στριφογυρίζει στον αέρα γύρω απ’ το κεφάλι του δράκου, που τον κοιτούσε μ’ απορία και καρτερικότητα. Έπειτα έδωσε μια και προσγειώθηκε πάνω απ’ τα ρουθούνια του.
     «Θανάση. Θα σε λέω Θανάση», του ανακοίνωσε κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι του για το εύρημα του. Τα μάτια του δράκου έλαμψαν.
     «Χμ, ε, ίσως το Θανάσης δεν είναι και το πιο κατάλληλο όνομα για δράκο», παρατήρησε κρύβοντας το χαμόγελό του ο Φοίβος.
     Ο δράκος στράφηκε αργά με τα ρουθούνια του να βγάζουν καπνούς και απειλητικό βλέμμα.
     «Το Θανάσης είναι πολύ κατάλληλο όνομα για δράκους», είπε αργά με την βραχνή μπάσα φωνή του.
     Ο Φοίβος ξεροκατάπιε.
     «Ναι, γιατί όχι; Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πώς αλλιώς θα μπορούσαν να λεν έναν δράκο;», κοίταξε την Πασιφάη και κούνησε το κεφάλι του.
     Εκείνη συμφώνησε μαζί του.
    «Θανάσης. Κι εγώ νομίζω πως είναι πολύ ωραίο όνομα για ένα δράκο».
     Ο Θανάσης ύψωσε ήρεμα το κεφάλι και στο στόμα του απλώθηκε θαρρείς ένα χαμόγελο. Κοίταξε τον Πόθο μ’ ευγνωμοσύνη.
     «Βρε Θανάση, δεν μας αφήνεις τώρα να περάσουμε την Πύλη, να πάμε να βρούμε τον Ήλιο;».
     Ο δράκος τον κοίταξε σοβαρά. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
     «Αν δεν γυρίσει ο Ήλιος ούτε εγώ ούτε ο Φοίβος θα ξαναδούμε ποτέ την μαμά μας», ψιθύρισε ο Πόθος.
     «Εγώ δεν έχω μαμά. Αν σας αφήσω να περάσετε, θα φύγετε. Και θα μείνω πάλι μόνος μου εδώ».
     «Γιατί να μείνεις; Δε θα ‘χεις πια να φυλάς την πύλη. Θα ‘ρθεις μαζί μας βρε», τον κοίταξε στα μάτια ο Πόθος πάντα στρογγυλοκαθισμένος πάνω απ’ τα ρουθούνια του.
     «Άσε που θα φτιάξει κι η επιδερμίδα σου αν σε χτυπήσει λίγο ο Ήλιος. Δε θέλω να σε στεναχωρήσω αλλά έχει το χάλι της».
     Έστρεψε το κεφάλι του και κοίταξε τη ράχη του. Έπειτα κάρφωσε τα μάτια του στο πάτωμα προσπαθώντας θαρρείς εκεί να διαβάσει την απόφαση που ήθελε να πάρει. Μετά από λίγα λεπτά που όλοι τον κοίταζαν ακίνητοι, σήκωσε το βλέμμα αποφασιστικά.
     «Πάμε. Πάμε να τον βρούμε».

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Μ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Κοιτάχτηκαν και βγήκαν έξω. Κάτω ακουγόταν το αργό περπάτημα και το σούρσιμο από την ασήκωτη ουρά του καθώς γλιστρούσε πίσω του.
     Πατώντας απαλά πλησίασαν την άκρη της σκάλας.  Πρόλαβαν να δουν μόνο την ουρά του καθώς τραβιόταν στην κουζίνα.
     Ένα γουργουρητό ακούστηκε κι άρχισαν να κατεβαίνουν σιγά. Το θέαμα που αντίκρισαν τους έκανε ν’ ανοίξουν τα μάτια διάπλατα.
     Ο δράκος με τα μπροστινά του πόδια είχε σηκώσει το καζάνι από τη φωτιά που πάνω της σιγόβραζε ως τώρα, και είχε χώσει μέσα την μουσούδα του.
     Ένα ρυθμικό γκλουκ γκλουκ και το ανεβοκατέβασμα του λαιμού του τους άφησε να καταλάβουν πως ρουφούσε με λαιμαργία το καυτό πρασινωπό υγρό. Από τα αυτιά του έβγαιναν πυκνοί καπνοί.
     Έπειτα κάθισε δίπλα του κι άρχισε να γλύφει ένα ένα τα κόκαλα. Έβγαζε την ασπρουλιάρα γλώσσα του έξω, έγλυφε καλά καλά το ένα κι όταν τελείωνε το πετούσε πίσω κι έπιανε το επόμενο.
     Στο τέλος σκύβοντας πάνω από την φωτιά την έσβησε μ’ ένα δυνατό φύσημα λες κι ήταν σπίρτο, και βγήκε από την κουζίνα. Οι φίλοι μας κεραυνοβολημένοι δεν κουνήθηκαν από τον τόπο τους.
     Οι βολβοί των ματιών του στράφηκαν προς το μέρος τους για να τους κοιτάξει αδιάφορα, χωρίς καν να στρέψει το κεφάλι. Μπήκε στο διπλανό δωμάτιο, κάθισε κι έπιασε ένα καρπούζι με τα μπροστινά του πόδια.
     Το σύνθλιψε με τα σαγόνια του και το έφαγε με τρεις κινήσεις όλο. Κι όταν λέμε όλο, εννοούμε όλο. Μόνο λίγος χυμός από το φρούτο χύθηκε πάνω στην κοιλιά του. Όμως από το καρπούζι δεν απέμεινε τίποτε. Ούτε μια τόση δα φλουδίτσα. Κι έπειτα πήρε κι άλλο, κι άλλο.
     Ο Πόθος που στεκόταν στον αέρα και χωρίς να το καταλάβει είχε πλησιάσει σχεδόν στο σημείο που στεκόταν ο δράκος, είχε αρχίσει να ανακατεύεται.
    «Αυτό είναι που λέμε: Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Α πα πα, τι γουρουνιά!», απευθύνθηκε στους φίλους του χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει. «Πα, μετά απ’ αυτό δε θα μπορέσω να ξαναφάω καρπούζι».
      Ο δράκος έστρεψε τώρα το κεφάλι του και τον κοίταξε λες και τον αντίκριζε για πρώτη φορά. Έπειτα άνοιξε πλατιά το στόμα του για να καταλήξει σ’ ένα δυνατό ρέψιμο που έκανε το σπίτι να σειστεί συθέμελα.
     «Ε κύλιος με τις υγείες σας», του φώναξε με θράσος ο Πόθος και γύρισε στους φίλους του.
          Ο δράκος σηκώθηκε, πέρασε σχεδόν από πάνω τους χωρίς να τους κοιτάξει και μπήκε στην  διπλανή αίθουσα. Μαζεύτηκε σε μια γωνιά της, ξάπλωσε κατάχαμα, τύλιξε την ουρά του γύρω του και έπεσε σε ύπνο. Ύπνο βαθύ.
     Απέμειναν για λίγο να κοιτάζουν το πελώριο σώμα ν’ ανεβοκατεβαίνει στο ρυθμό της ανάσας του. Όταν πια βεβαιώθηκαν πως δεν επρόκειτο να το κουνήσει από κει, του γύρισαν την πλάτη και βγήκαν στον διάδρομο. Έκαναν ν’ ανεβούνε και πάλι τη σκάλα επάνω, όταν ο Φοίβος κοντοστάθηκε. 
     Μια χαμηλή πορτούλα, κάτω από την κάσα της  σκάλας τράβηξε την προσοχή του. Ξύλινη και ξεθωριασμένη από το χρόνο. Άπλωσε το χέρι του και την έσπρωξε διστακτικά. Την έσπρωξαν για ν’ αντικρίσουν σκοτάδι.
     Ο Φοίβος άρπαξε έναν δαυλό από τον τοίχο δίπλα του και φώτισε μέσα απ’ το πορτάκι για ν’ αποκαλυφθεί μπροστά τους μια σκάλα που κατέβαινε κάτω. Έσκυψε και περνώντας κάτω από την πόρτα άρχισε να κατεβαίνει προσεκτικά. Η Πασιφάη με τον Πόθο ακολουθούσαν ρίχνοντας ανήσυχες ματιές γύρω τους.
     Η σκάλα έστριψε στο μέσο της και συνέχισε να κατεβαίνει για άλλα περίπου 20 σκαλιά.  Όταν βρέθηκαν στο τελευταίο αντίκρισαν μία ατελείωτη αίθουσα.
     «Τι αποθήκη είναι τούτη;», γούρλωσε τα μάτια του ο Πόθος. «Κοιτάξτε!», έδωσε μια και βρέθηκε μπροστά τους να κρέμεται και να κουνιέται ξέφρενα απ’ το κουδούνι ενός ποδηλάτου, γεμίζοντας την αίθουσα με τον κελαρυστό ήχο του.
     Άρχισαν να περιφέρονται άσκοπα ανάμεσα σ’ αταίριαστα πράγματα.
     Σαν μέλισσα μεθυσμένη από ανοιξιάτικο όργιο αρωμάτων ζουζούνιζε πέρα δώθε ο Πόθος. Έκανε τσουλήθρα πάνω σε  υφάσματα που κρέμονταν από το ταβάνι. Σκαρφάλωσε στο κεφάλι ενός πάνινου παπαγάλου δεμένου από ένα δοκάρι. Πιασμένος γερά από το πάνινο  ράμφος του, κουνιόταν μανιασμένα μπρος πίσω, κοντεύοντας να φτάσει μαζί με τον παπαγάλο στην οροφή.
     «Ντε! Ντε! Έλα καλό μου άλογο. Σχίσε τον αέρα σαν αστραπή και………», με τη φόρα που είχε πάρει εκτοξεύτηκε από το πάνινο «άτι» του , διέσχισε την αίθουσα πάνω απ’ τα κεφάλια της Πασιφάης και του Φοίβου και προσγειώθηκε πίσω από μια κονσόλα ενώ διάφορα αντικείμενα σωριάζονταν  επάνω του.
     Τρέξανε ανήσυχοι προς το μέρος του και άρχισαν να απομακρύνουν γρήγορα τα πράγματα από πάνω του. Κάποια στιγμή ο Φοίβος τον είδε και πήγε να τον σηκώσει. Ο Πόθος κρατιόταν σφιχτά από ένα κουτί μακαρόνια. Προσπάθησε απαλά να τον απομακρύνει μα του κάκου.
     «Είσαι καλά; Πόθε;», τον ταρακούνησε και προσπάθησε ξανά να τον σηκώσει.
     «Άσε με», τίναξε το χέρι του εκνευρισμένα λες κι έδιωχνε ενοχλητική μύγα.
     «Πόθε; Τι έπαθες;», έσκυψε επάνω του ανήσυχα προσπαθώντας ξανά να τον ανασηκώσει.
     «Πείνασα», απάντησε πνιχτά. «Κι αυτά τα μακαρόνια θα τα φάω».
    
    
    

     Λίγη ώρα μετά ήταν σκυμμένοι πάνω από τα πιάτα τους στην κουζίνα και ρουφούσαν με απόλαυση τα μακαρόνια τους. Τα πάντα είχαν βρει στην υπόγεια αποθήκη. Στο  Θεό που πιστεύετε. Μέχρι και ντοματάκια κονκασέ!
     Θες ήταν η πείνα τους, θες η λαχτάρα τους για τη θεσπέσια μακαρονάδα που είχε ετοιμάσει ο Φοίβος, όταν κατάλαβαν πως το πάτωμα σείονταν κάτω από τα πόδια τους, ο δράκος ήδη στεκόταν πάνω απ’ το κεφάλι τους.
     Ο δράκος τους κοίταξε μ’ άδειο βλέμμα. Έπειτα γύρισε το κεφάλι του κι απομακρύνθηκε. Πήρε το μπαρουτοκαπνισμένο καζάνι του κι άρχισε να το γεμίζει με κόκαλα. Τα στρίμωχνε τακτικά το ένα δίπλα στο άλλο κι έπειτα τα σκέπασε με νερό. Τα απόθεσε πάνω στην αναμμένη φωτιά και στράφηκε προς την πόρτα.
     Έκανε μερικά βαριά βήματα κι έπειτα στάθηκε απότομα, ύψωσε το κεφάλι του κι άρχισε να προχωρά αργά με προτεταμένα τα ρουθούνια του θαρρείς και κάτι τον έσερνε από τη μύτη. Περιφέρθηκε για λίγο και κατέληξε να χώνει το πελώριο κεφάλι του ολόκληρο σχεδόν στην κατσαρόλα με τη μακαρονάδα.
     Το σήκωσε πάλι ψηλά, έκλεισε τα μάτια του κι οσμίστηκε τον αέρα. Κι άλλη μια φορά. Κι άλλη μία.
     Έπειτα άνοιξε τα μάτια του και τα κάρφωσε στο φαγητό, μ’ ένα βλέμμα που ‘δειχνε να τα ‘χει χαμένα, ενώ συνέχιζε να οσμίζεται ασταμάτητα.
     «Κοίτα τώρα που θα κάθεται να μυρίζεται λες κι έχει μπροστά του το καινούριο άρωμα του Ντιορ», έκανε αγανακτισμένα ο Πόθος. Έδωσε μια και βρέθηκε μπρος τα μάτια του δράκου.
     «Βάλε να φας δικέ μου. Πρώτο πράμα. Έλα μην το σκέφτεσαι».
     Ο δράκος σήκωσε το βλέμμα του και τον αντίκρισε με έκπληξη. Κοίταξε μια τον Πόθο μια την κατσαρόλα και μια ξανά τον Πόθο. Με μια γρήγορη κίνηση όρμησε στην κατσαρόλα κι άρχισε να τρώει με βουλιμία.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Λ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



         Με τη βοήθεια του δυνατού ανέμου διέσχιζαν τον ουρανό σαν δόρυ που έφυγε από δυνατό χέρι αθλητή.
      Ο Φοίβος είχε δέσει το κλειδί μ’ ένα κορδόνι και το είχε περάσει στο λαιμό του. Κοιτούσε την οθόνη της πυξίδας.
     «Η πύλη για την εναλλακτική χώρα λοιπόν. Νομίζω πως φτάσαμε».
     Η Πασιφάη προσγειώθηκε προσεχτικά. Το σκοτάδι ήταν σχεδόν απόλυτο.
     Όσο προχωρούσαν τόσο καθαρότερα έφτανε στ’ αυτιά τους ένας ήχος ήρεμος σαν γουργουρητό γάτας και ρυθμικός. Σε λίγο ακούγανε ξεκάθαρα το τραγούδι της θάλασσας.
      Συνέχιζαν να σκαρφαλώνουν γοργά. Διάβηκαν κοφτερά βράχια, όλο και ψηλότερα ώσπου έφτασαν στην άκρη τους. Τα βράχια κόβονταν κάθετα και βούλιαζαν στα γαλανά νερά της θάλασσας.
      «Τώρα ο μόνος δρόμος είναι αριστερά. Στην ανατολή», έδειξε ο Φοίβος και συνέχισαν να περπατούν παράλληλα στο χείλος του γκρεμού.
      Έπειτα η ακτή πήρε μια απότομη στροφή κι ακολούθησαν την πορεία της, πίσω από θεόρατα βράχια που τους ανάγκαζαν να περπατούν σ’ ένα στενό πέτρινο μονοπάτι. Ο κίνδυνος να γκρεμοτσακιστούν ήταν μεγάλος, αλλά ξάφνου μία ιδέα αχνού φωτός σα να τρεμόπαιξε στον ορίζοντα.
      Ισορροπώντας προσεκτικά πάνω απ’ τα κοφτερά σαγόνια της γης, προχώρησαν βήμα βήμα ώσπου, μετά από ακόμη μία στροφή αριστερά, βρέθηκαν εμπρός σε μία πελώρια πύλη.
     Ήταν χτισμένη από γυαλιστερή άμμο ανάμεικτα με πολύχρωμα κοχύλια, ολοκόκκινους αστερίες και υγρά φύκια πλεγμένα πάνω απ’ την κορυφή της σάλευαν στο θρόισμα του ανέμου.
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε να κρέμεται από την άκρη ενός φυκιού. Άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε, ώσπου  η αγριεμένη φωνή του Φοίβου, τρομάζοντάς τον, τον έκανε να πέσει κάτω.
     «Σταμάτα να κάνεις σαν πίθηκος», του ψιθύρισε άγρια κρατώντας τον απ’ την μπλούζα και ταρακουνώντας τον γερά.
     Η Πασιφάη στεκόταν παγωμένη στη θέση της και χτένιζε με το βλέμμα της το χώρο. Η πύλη ήταν σφηνωμένη σ’ ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στα βράχια. Δεν υπήρχε ούτε μια σπιθαμή γης ή τίποτα άλλο που θα μπορούσε πίσω του να κρυφτεί ολάκερος δράκος.
          «Εδώ δεν θα μπορούσε να κρύβεται ούτε κουνέλι», συλλογίστηκε μεγαλόφωνα η Πασιφάη.
     «Δεν μπορεί να είναι τόσο εύκολο. Κάτι δεν πάει καλά», κούνησε το κεφάλι του ο Φοίβος.
     Ο Πόθος έδωσε μια και βρέθηκε στον αέρα. Ήταν ακόμη πειραγμένος που ‘ χε ακούσει τα σχολιανά του απ’ τον φίλο του.
      «Κάτι δεν πάει καλά», επανέλαβε κοροϊδευτικά. «Κάτι τρέχει στα γύφτικα λέω εγώ».
     Άρχισε να πεταρίζει σαν σφήκα μέσα κι έξω από την πύλη.
     «Περπατώ μέσα στην πύλη όταν ο δράκος δεν είναι εδώ. Δράκε, δράκε είσαι εδώ;», ούρλιαξε κάνοντας τα χέρια του χωνί.
     Οι άλλοι δύο τον κοιτούσαν ανήσυχοι.
     «Δεν είναι!», αποκρίθηκε μόνος του ο Πόθος.
     Ο Φοίβος κι η Πασιφάη στέκονταν αναποφάσιστοι.
     «Δεν είναι σας λέω!!!», ξεφώνισε.
     Όταν είδε πως δεν κουνιόντουσαν, έκανε μια ανάποδη τούμπα στον αέρα και βρέθηκε πίσω από την πύλη.
     «Καλά! Πάω μόνος μου!!!».
     Πριν προλάβουν να αντιδράσουν είδαν μία γιγάντια σκιά να χύνεται από τον ουρανό καταπάνω του.
     «Πόθε!!!», είπαν με μια φωνή κι όρμησαν καταπάνω του. Ο Φοίβος άπλωσε το χέρι του για να τον πιάσει και πρόλαβε ίσα ίσα να τον ακουμπήσει.
     Πριν το καταλάβουν βρέθηκαν κι οι τρεις φυλακισμένοι στα γαμψά νύχια ενός πλάσματος που έμοιαζε να ‘χει αναδυθεί από τα σκοτεινά βάθη του χρόνου.
     Το χοντρό σκληροτράχηλο δέρμα του ήταν στεγνό και σκασμένο σαν ξεραμένο χώμα. Το χρώμα του, που κάποτε θα ‘ταν πράσινο, ξεθωριασμένο, είχε μεγάλες καφέ κηλίδες στα σημεία όπου το δέρμα είχε σκάσει κι είχε ξεκολλήσει από το σώμα του, ενώ μεγάλα κομμάτια παλιού δέρματος κρέμονταν από δω κι από κει.
     Στο τέλος του μακριού λαιμού του στεκόταν ένα κεφάλι μικρό για το μέγεθός του και σαγόνια που έκλειναν μέσα 2  σειρές από κιτρινισμένα τετράγωνα δόντια.
     Τα πόδια του κατέληγαν σε πελώρια γκρίζα γαμψά νύχια. Κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς του ένα πτερύγιο σαν τεθλασμένη γραμμή κατέβαινε μέχρι το τέλος της χοντρής μακριάς ουράς του. Και στο πλάι του σερνόταν ακυβέρνητα θαρρείς στο χώμα, δύο ασθενικά αποδυναμωμένα φτερά.
     Τους κρατούσε ανάμεσα στα νύχια του, λες κι ήταν κούκλες. Μόνο οι κόρες των ματιών του κουνήθηκαν.  Κοίταξε μια την κορυφή στα απότομα βράχια και μετά τους φίλους μας. Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα, που ακούστηκε ακριβώς όπως το αυτοκίνητό μου παγωμένο ξημέρωμα του χειμώνα που δε λέει να πάρει μπρος, κούνησε αδύναμα τα φτερά του και… Ίσα που του ‘δωσαν μια ώθηση και μ’ ένα πήδο βρέθηκε πάνω από τα βράχια.
     Αντίκρισαν μπροστά τους ένα πελώριο κάστρο που ως τώρα δεν έβλεπαν  από το στενό πέρασμα όπου βρισκόταν.
     Με βαριά βήματα που τράνταζαν το έδαφος, προχώρησε προς το μέρος του κρατώντας τους πάντα ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια. Έσπρωξε με τη ράχη του μια βαριά σιδερόφραχτη πόρτα που άνοιξε για να περάσει μέσα και βρέθηκαν σ’ ένα σκοτεινό κρύο διάδρομο.
     Τον διέσχισε αργά και στρίβοντας στο τέρμα του αριστερά τους πέταξε σαν τσαλακωμένα παλιόχαρτα στο πάτωμα μιας ατελείωτης αίθουσας που φωτίζονταν από δαυλούς στερεωμένους στους τοίχους της γύρω γύρω.
     Στράφηκε αργά για να κάνει την αντίστροφη διαδρομή και να βγει έξω από το κάστρο.
     Τρίβοντας τα πονεμένα από το πέσιμο μέλη τους σηκώθηκαν από το πάτωμα. Ο Φοίβος έτρεξε πίσω στο διάδρομο και είδε πως ήταν άδειος. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στο χώρο. Κρύοι τοίχοι χωρίς ούτε ένα παράθυρο επάνω τους.
     «Ας δούμε τι γίνεται, τώρα που έφυγε», είπε ήρεμα η Πασιφάη.
     Ο διάδρομος έβγαζε σε μια σειρά από δωμάτια, άδεια τα περισσότερα. Στην άκρη του η πόρτα. Απέμειναν να την κοιτάζουν ερευνητικά. Πουθενά επάνω της δεν υπήρχε χερούλι. Προσπάθησαν να την σπρώξουν, μα στάθηκε αδύνατο να την κουνήσουν. Έπεσαν επάνω της μα τίποτα. Στράφηκαν απογοητευμένοι. Μπήκαν στο δωμάτιο δίπλα ακριβώς στην είσοδο.
     Στη μέση του ένα ξύλινο τραπέζι με ψηλές  καρέκλες. Σε μια γωνιά του δωματίου ένα τσουκάλι έβραζε πάνω σε φωτιά. Το πλησίασαν για να δουν μέσα του να βράζει ένα μάτσο από κόκαλα σ’ ένα γλειώδες  πηχτό πρασινωπό υγρό.
     «Μπλιάχ», συνήλθε απότομα ο Πόθος από την αηδία που του ξεσήκωσε το στομάχι.
     «Δεν μπορείς να τον πεις και καλοφαγά», έπιασε τη μύτη του.
      Ντουλάπια έπιαναν τον έναν τοίχο απ’ άκρη σε άκρη. Ο Φοίβος πλησίασε και άνοιξε το ένα ντουλάπι για να χυθούν πάνω στα πόδια του ένας σωρός από τεράστια κόκαλα. Πετάχτηκε πίσω.
     Στην επόμενη αίθουσα ένας σωρός καρπούζια σκέπαζαν το πάτωμά της απ’ άκρη σ’ άκρη. Βγαίνοντας από εκεί πρόσεξαν μία σκάλα πίσω από μία κόχη στον τοίχο που ανέβαινε επάνω.        Πέρασαν στον επάνω όροφο κι άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα δωμάτια για να πέσουν  έκπληκτοι πάνω  στα πιο πολλά τρενάκια-παιχνίδια που είχαν δει ποτέ τους μαζεμένα. Ένα σωρό ράγες και γραμμές και πάνω τους αμαξοστοιχίες, ατμομηχανές, τρένα φορτηγά με φορτωμένα βαγόνια ένα σωρό. Και σταθμοί τρένων, γέφυρες που περνούσαν πάνω από λίμνες, δάση που ανάμεσά τους κυλούσαν οι γραμμές, τούνελ που σχίζανε βουνά, φαράγγια.
     Ο Πόθος γούρλωσε για μια στιγμή τα μάτια του κι έπειτα αναφώνησε.
     «Ω ρε μάνα μου!!!».
     Όρμησε στην γραμμή που βρισκόταν πιο κοντά του και κρεμάστηκε από ένα μοχλό δίπλα στον σταθμό, ολόκληρος.
     «Του, του!!!», άρχισε να σφυρίζει μια ασημένια ατμομηχανή, να ξερνά θαρρείς πραγματικό καπνό και να ξεχύνεται ορμητικά στις ράγες.
     Ο Πόθος με ιλιγγιώδη ταχύτητα έτρεξε στην δεύτερη γραμμή για να βάλει μπρος το τρένο, στην τρίτη, ώσπου…
     Σε λίγο στο δωμάτιο επικρατούσε πανδαιμόνιο. Όλα τα τρενάκια σφυρίζοντας δυνατά, έτρεχαν με ρυθμό επάνω στις ράγες τους. Ο Πόθος είχε ανέβει σ’ ένα ανοιχτό από επάνω βαγόνι φορτηγού τρένου και είχε στρογγυλοκαθίσει κάνοντας βόλτες γύρω γύρω.
     Ο Φοίβος κοίταξε την Πασιφάη προσπαθώντας να συγκρατήσει το γέλιο του.
     Δυνατό τράνταγμα έκανε το κάστρο να κουνηθεί συθέμελα. Γκαπ, γκαπ, γκαπ. Αναγνώρισαν το βαρύ βήμα το δράκου.
     Ο Φοίβος άρχισε να κατεβάζει τους μοχλούς τον έναν πίσω απ’ τον άλλο κι ο Πόθος αφού ξεπέρασε το αρχικό ξάφνιασμα τον ακολούθησε.
     Σιγή πια επικρατούσε όταν άκουσαν το βαρύ σούρσιμο της πόρτας.