Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ξ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ



     Από τη στιγμή που πέρασαν την πύλη, τους έλουσε ένα εκτυφλωτικό φως. Η θάλασσα στο δεξί τους χέρι, αστραφτερή και γαλάζια τους ψιθύριζε λόγια μυστικά. Περπατούσαν ο ένας πίσω απ’ τον άλλο πάνω στη ζεστή άμμο, εκεί που έσκαζε το κύμα.
     Φωνές πλησίαζαν τ’ αυτιά τους. Καθώς ακολουθούσαν την καμπύλη της ακροθαλασσιάς για να μπούνε σ’ έναν κόλπο, τον είδαν.
     Καθόταν ξαπλωμένος στην άμμο, φορούσε ένα ζευγάρι κατάμαυρα γυαλιά ηλίου και ξεφύλλιζε μια εφημερίδα. Εκεί που τα δάχτυλά του ακουμπούσαν τις άκρες των φύλλων για να γυρίσει σελίδα, έβγαινε καπνός και έκαιγε το χαρτί.
     Τριγύρω του γινόταν του Κουτρούλη ο γάμος. Αχτίδες μικρές, νιούτσικες και μεγάλες σε νέες περιπέτειες. Παίζανε στην άμμο, πιτσιλούσανε η μία την άλλη, κάνανε μακροβούτια. Άλλες αραγμένες στην άμμο κουβέντιαζαν μεταξύ τους και κάνα δυο πλέκανε δαντέλα με το βελονάκι.
     Το φως που χυνόταν γύρω τους δεν ήταν μόνο εκτυφλωτικό. Ήταν λευκό. Ήταν τόσο λευκό που έβλεπες κύματα να σχηματίζονται μέσα του και να σε ζαλίζουν.
     Προχώρησαν προς το μέρος τους και τότε τους είδαν. Όλες στράφηκαν κι απέμειναν να τους κοιτούν ακίνητες, κρατώντας την ανάσα τους. Ο Ήλιος, παρόλη την ξαφνική παγωμάρα, δεν έδειξε να καταλαβαίνει πως κάτι συνέβαινε. Γύρισε φύλλο στην εφημερίδα.
    Οι φίλοι μας στέκονταν αμήχανα. Ο Φοίβος σκέφτηκε πως έπρεπε να του μιλήσει. Μα δεν πρόλαβε. Μια γριούλα αχτίδα, μ’ ένα μαύρο τσεμπέρι δεμένο στα μαλλιά της, πήγε και στάθηκε μπροστά στον Ήλιο. Ξερόβηξε.
     Ο Ήλιος γύρισε και πάλι σελίδα. Εκείνη δίνει μια, του αρπάζει την εφημερίδα από τα χέρια και την πετά πίσω της.
     «Άντε παρ’ τα μούτρα σου», έκανε αυστηρά με τη στριγκή φωνή της. «Έχουμε επισκέψεις».
     Ο Ήλιος, χωρίς διόλου να ενοχληθεί από την συμπεριφορά της, στράφηκε προς το μέρος τους.
     «Φοίβε, Πόθε; Τι έκπληξη είναι αυτή;  Πασιφάη έχω να σε δω πολύ καιρό. Στ’ αλήθεια δεν σας περίμενα», ακούστηκε μια ήρεμη μεγαλόπρεπη φωνή. Φωνή αυτοκράτορα.
     «Κι εσύ; Υποτίθεται πως φυλάς την πύλη για να κρατάς τον  κόσμο απ’ έξω. Τι έχουμε, ανταρσία;».
     Ο δράκος Θανάσης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
     «Λοιπόν καθίστε. Σα στο σπίτι σας», πήρε πάλι την εφημερίδα στα χέρια του και συνέχισε να την ξεφυλλίζει.
     Ο Φοίβος έκανε ένα  βήμα μπροστά. Πήγε ν’ ανοίξει το στόμα του μα δεν πρόλαβε ν’ αρθρώσει κουβέντα. Ο Πόθος όρμησε και στάθηκε μπροστά στον Ήλιο.
     «Ναι, τράταρε μας και  υποβρύχιο», είπε συγχυσμένος.
     «Δεν ήλθαμε για βεγγέρα. Και μην κάνεις τον Κινέζο. Μάζεψε τις αχτίδες σου και δρόμο. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του», συμπλήρωσε ορθώνοντας την γροθιά του.
     Ο Φοίβος τον άρπαξε απ’ το γιακά και τον έκλεισε στη φούχτα του. Μάταια χτυπιόταν στην προσπάθειά του να ελευθερωθεί. Η φούχτα παρέμενε σταθερά κλειστή.
     «Μην τον παρεξηγείς. Έχασε τη μαμά του. Η μαμά του είναι η Ελπίδα και…».
     Ο Ήλιος σήκωσε το χέρι του και με μία κίνηση του ένευσε να σταματήσει.
     «Γνωρίζω. Δε χρειάζονται εξηγήσεις».
     Σα να μην είχε συμβεί τίποτε ξαναγύρισε στην εφημερίδα του.
     «Πρέπει να γυρίσεις πίσω. Ο κόσμος καταστρέφεται. Χάνεται. Δεν μπορείς να τους αφήσεις στην τύχη τους».
     Ο Ήλιος απέστρεψε το κεφάλι του μ’ ένα βλέμμα που φανέρωνε ενόχληση.
     Οι αχτίδες είχαν μαζευτεί ένα γύρω,  είχαν σχηματίσει έναν ασφυκτικό κλοιό κι ακούγανε κρατώντας τις ανάσες τους. Τα μάτια τους πήγαιναν μια στον έναν και μια στον άλλον.
     «Γιατί; Γιατί έπρεπε να φύγεις;».
     Ο Ήλιος αναστέναξε κουρασμένα.
     «Βαρέθηκα. Οι άνθρωποι είστε αγνώμονες. Δεν έχω κανέναν λόγο να βρίσκομαι κοντά σας».
     «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς εσένα. Τίποτα δεν ζει χωρίς εσένα».
     Ο Ήλιος σήκωσε τους ώμους τους και ξεφύσηξε νευρικά.
     «Να το σκεφτόσασταν νωρίτερα. Μπορείτε να φύγετε τώρα».
     Ο Φοίβος τον κοίταξε με την πίκρα να στάζει από τα μάτια του. Τα πόδια του είχαν ριζώσει στη γη και δεν μπορούσε να κουνηθεί. Βάζοντας τεράστια δύναμη, κατάφερε να στραφεί για να φύγει.
     «Πάμε», έκανε με φωνή που δύσκολα ακουγόταν στην Πασιφάη και στο δράκο Θανάση κι έσυρε αργά το βήμα του.
     Έκανε δυο βήματα και σταματώντας έστρεψε πίσω το κεφάλι του.
     «Οι μαμάδες αγαπούν τα παιδιά τους, ότι κι αν κάνουν αυτά. Χωρίς να ζητούν ποτέ αντάλλαγμα. Κι οι βασιλιάδες αγαπούν τους υπηκόους τους το ίδιο. Απλόχερα και γενναιόδωρα. Όπως ο Θεός τα πλάσματά του. Πίστευα πως ήσουν ο βασιλιάς του κόσμου», ολοκλήρωσε και στράφηκε πάλι αργά για να φύγει.
     Έσερνε τα βήματά του αργά στον αντίστροφο τώρα δρόμο απ’ αυτόν που τους έφερε πριν εδώ. Κι έτσι δεν μπόρεσε να δει τον Ήλιο. Δεν είδε τις φλόγες που χύθηκαν από τα μάτια του. Ούτε πως πύρωσε ολόκληρος. Μια ουράνια βοή ήταν αυτή που τον έκανε να κοιτάξει πίσω για να δει τον Ήλιο να μαζεύει με το ένα χέρι της αχτίδες του χωρίς να λέει κουβέντα και ν’ ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό.
     Υψώθηκε, υψώθηκε και  η φωνή του βαθιά μα και παιχνιδιάρικη ακούστηκε από μακριά.
     «Γρήγορα σπίτια σας! Και μην τολμήσετε να χαζεύετε στο δρόμο. Θα έχω το μάτι μου επάνω σας!».
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου